Θεοφάνεια όταν οι παππάδες πίστευαν… του Γιάννη Παπαδόπουλου

Η ιστορία είναι αληθινή και την μεταφέρω όπως την άκουσα.

Η νύφη μας βαπτίστηκε Ορθόδοξη λίγο πριν παντρευτεί και δεν είχε ξαναδεί νηπιοβαπτισμό. Όταν με το καλό απέκτησαν το πρώτο τους παιδί ήρθαν από την Αυστραλία να το βαπτίσουν στην πατρίδα. Καλοκαίρι στη Φλώρινα και τα βαφτίσια ένα μικρό πανηγύρι με τους μικρούς να στριμώχνονται γύρω απ την κολυμπήθρα και τους μεγάλους να απολαμβάνουν από μακριά. Το μωρό ήσυχο στην αρχή, σαν ήρθε η ώρα να το βουτήξει ο παππάς, έβαλε τα κλάματα με δυνατές κραυγές και ατελείωτους λυγμούς. Η νύφη μας που δεν καταλάβαινε ελληνικά κοιτούσε με απόγνωση, μια το μωρό που έκλαιγε σπαραξικάρδια και μια τους υπόλοιπους που χαμογελούσαν με ικανοποίηση και εύχονταν καλοφωτισμένο.

Μετά τη βάπτιση πήγαμε για το καθιερωμένο τραπέζι και ενώ το μωρό είχε πια αποκοιμηθεί κουρασμένο στην αγκαλιά της μαμάς του, αυτή παρέμενε ακόμα σφιγμένη και το κρατούσε στοργικά έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Την πρόσεξε ο παππούς, που δεν έκρυβε τη χαρά του για τα βαφτίσια του 6ου δισέγγονου και κάθισε δίπλα της.

Μην στεναχωριέσαι, της είπε, δεν παθαίνουν τίποτα τα μωρά στην βάπτιση.

Φοβήθηκα ότι θα πνιγεί, απάντησε αυτή, δεν έχει κλάψει έτσι άλλη φορά.

Δεν παθαίνουν τίποτα, ίσως ήταν κρύο το νερό είπε ο παππούς.

Μήπως κρύωσε και αρρωστήσει, είπε και το κοιτούσε ανήσυχη.

Δεν παθαίνουν τίποτε και δεν αρρωσταίνουν στη βάπτιση επανέλαβε ο παππούς. Άκου να σου πω, στο χωριό μας το Κρατερό, όσα μωρά είχαν γεννηθεί το 40ήμερο πριν τα Χριστούγεννα, τα βάφτιζαν τα Θεοφάνεια μετά τον αγιασμό στο ποτάμι. Μια χρονιά πριν τον πόλεμο είχε πέσει χιόνι από μέρες και με τις ξαστεριές έκανε κρύο φοβερό. Το ποτάμι είχε παγώσει και για να κάνει τον αγιασμό ο παππάς σπάσανε τον πάγο και ανοίξανε μια τρύπα. Όσοι είχανε μωρά για βάπτισμα ανήσυχοι σιγοψιθύριζαν μεταξύ τους να αναβάλουν τη βάφτιση. Όταν τελείωσε ο αγιασμός των υδάτων, ο παππάς που είχε και το εγγόνι του για βάφτισμα φώναξε να έρθει πρώτο. Με μιας τα στόματα έκλεισαν και όλοι στριμώχτηκαν να δουν. Ο παπάς πήρε το εγγόνι του, το σήκωσε ψηλά και είπε δυνατά «εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και σκύβοντας πάνω από τον πάγο το βούτηξε ολόκληρο στο νερό. Τα μάτια όλων τεντώθηκαν και μόνο οι ανάσες ακούγονταν. Στη στιγμή ο παππάς έβγαλε το μωρό που ήταν κατακόκκινο και άχνιζε και το σήκωσε ψηλά.

Σίγουρα το μωρό πέθανε, διέκοψε η νύφη μας. Ο παππούς γέλασε και της είπε.

Τον βλέπεις αυτόν τον κύριο στο απέναντι τραπέζι; Είναι το μωρό (ήταν ο γιατρός κ. Χ.Κ.).

Δεν παθαίνουν τα μωρά τίποτε στην βάπτιση και για να σου τελειώσω, μετά το εγγόνι του, ο παπάς βάπτισε και όλα τα υπόλοιπα.

 

Ύστερα ήρθε η κρατική εκκλησία…




Σχολιάστε