«Μένουμε Θεσσαλονίκη»: «Δηλώσεις ανέχειας» – Η κορυφή του παγόβουνου μιας κακής κοινωνικής πολιτικής

Περίληψη θέσης του Μένουμε Θεσσαλονίκη: «Το ζήτημα δεν είναι μόνον να αποσυρθεί το έντυπο της αντιδημαρχίας εκπαίδευσης, το ζήτημα είναι να αναπροσανατολίσουμε την κοινωνική πολιτική του Δήμου από δράσεις υποστήριξης της ανέχειας και νοοτροπίες φιλανθρωπίας, στην κοινωνική κινητικότητα, και την χειραφέτηση των ανθρώπων απ’ την φτώχεια».

Το έγγραφο της αντιδημαρχίας Παιδείας, που ορθώς ξεσήκωσε σάλο και αντιδράσεις πολιτών και παρατάξεων και σωστά αποσύρθηκε, από την αντιδήμαρχο –εν είδει αυτοκριτικής ελπίζουμε– δεν είναι παρά η κορυφή του παγόβουνου μιας ολόκληρης νοοτροπίας που κυριαρχεί στον τρόπο άσκησης κοινωνικής πολιτικής. Κι αυτό δεν ισχύει μόνο για τον Δήμο Θεσσαλονίκης στην τωρινή του διοίκηση, αλλά γενικώς για την τοπική αυτοδιοίκηση πλην ελαχίστων εξαιρέσεων.

Η κοινωνική πολιτική ως φιλανθρωπία ζητεί «πιστοποιητικά ανέχειας» και προσβλέπει στην προσωρινή ανακούφιση και όχι την χειραφέτηση από την φτώχεια. Συσσίτια, υπνωτήρια αστέγων, κοινωνικά παντοπωλεία ή διάφορα επιδόματα μαρτυρούν ίσως αγαθές προθέσεις, αλλά εκ του αποτελέσματος εντάσσονται σε μια λογική «συντήρησης» της ανέχειας και δημιουργίας μια νοοτροπίας ανθρώπων εσαεί «ωφελούμενων».

Βεβαίως, αυτή η λογική έχει εγκαταλειφθεί από την διεθνή εμπειρία και συζήτηση περί της κοινωνικής πολιτικής εδώ και δεκαετίες. Μέχρι και ο κεντροδεξιός πρωθυπουργός, Κ. Μητσοτάκης δήλωσε από την Θεσσαλονίκη ότι το ζήτημα είναι να περάσουμε από πολιτικές «υποστήριξης της ανεργίας» σε πολιτικές «υποστήριξης της απασχόλησης». Και πολύ ορθώς, γιατί το ζήτημα δεν είναι η φιλανθρωπία, αλλά να ενταχθούν ενεργητικά τα κατώτερα στρώματα στον ιστό της κοινωνίας, να δημιουργηθούν δηλαδή ευκαιρίες που ενισχύουν την κοινωνική κινητικότητα.

Κατά την εκτίμησή μας, ο στόχος βάσει του οποίου θα πρέπει ν’ αναπροσανατολιστεί η πολιτική του Δήμου είναι η έξοδος από την ανέχεια. Και το θετικό στοιχείο ως προς αυτό είναι ότι πλέον διεθνώς έχει διαμορφωθεί μια εργαλειοθήκη δοκιμασμένων πολιτικών προς αυτή την κατεύθυνση. Έτσι, ο Δήμος Θεσσαλονίκης θα μπορούσε άμεσα να διερευνήσει την δυνατότητα για την υιοθέτησή τους:

α) Μια κοινωνική έρευνα καταγραφής της φτώχειας στη Θεσσαλονίκη. Το Α και το Ω της σύγχρονης κοινωνικής πολιτικής ξεκινάει από την συλλογή δεδομένων. Η σύγχρονη φτώχεια είναι πολυπαραγοντικό φαινόμενο, πέραν της απασχόλησης, και συνδέεται με το μορφωτικό έλλειμμα, την κακή σωματική και ψυχική υγεία, το φαύλο κύκλο της υπερχρέωσης –όλα αυτά λειτουργούν προς συρρίκνωση των εισοδημάτων και της ποιότητας ζωής. Μέσω μιας κοινωνικής έρευνας ο Δήμος καλείται να καταγράψει τα χαρακτηριστικά της φτώχειας στην Θεσσαλονίκη, την χωροταξία της, σε ποιες περιοχές συγκεντρώνεται κ.ο.κ.  Η έρευνα θα δώσει τη δυνατότητα στη δημοτική αρχή να οργανώσει πιο στοχευμένα την κοινωνική της πολιτική και ν’ αυξήσει την αποτελεσματικότητά της.

β) Διασύνδεση με τις τοπικές επιχειρήσεις, επανακατάρτιση, υποστήριξη της ένταξης στην αγορά εργασίας. Ο Δήμος μπορεί να επενδύσει κοινωνικά σε αυτό το κεφάλαιο της φτώχειας. Πρώτον, αναδιοργανώνοντας ένα γραφείο διασύνδεσης, που θα καταγράφει τις ανάγκες της τοπικής αγοράς εργασίας, και θα προσανατολίζει προς αυτές τους ανέργους που ψάχνουν για δουλειά. Προτείνεται μια διαδικασία τριών πυλώνων, καταγραφή των ελλειμμάτων της αγοράς εργασίας, οργάνωση της σχετικής επανακατάρτισης του άνεργου πληθυσμού, και τέλος διευκόλυνση της ένταξης στην αγορά εργασίας, μέσα από προγράμματα υποστήριξης νέων προσλήψεων. Για όλα τα παραπάνω κατά καιρούς ανακοινώνονται άξονες ευρωπαϊκών προγραμμάτων, τα οποία μάλιστα η Ελλάδα αποτυγχάνει ν’ απορροφήσει. Υπάρχει ένα σημαντικό σημείο αφετηρίας. Γνωρίζουμε ήδη ότι στην αγορά εργασίας σπανίζουν οι τεχνικές ειδικότητες και μικροειδικότητες, ενώ η τεχνική-επαγγελματική παιδεία στη χώρα είναι υποβαθμισμένη.

γ) Δημιουργώντας «δεύτερες ευκαιρίες». Κοινωνική οικονομία και μικροπιστώσεις. Η ανάπτυξη της «κοινωνικής επιχειρηματικότητας» για την έξοδο από την φτώχεια, είναι μια δοκιμασμένη για την αποτελεσματικότητά της πρακτική εδώ και δεκαετίες σε πάρα πολλά μέρη του κόσμου. Μιλάμε για την δημιουργία βιώσιμων, μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, οι οποίες υποστηρίζονται στα πρώτα τους βήματα από ένα σύστημα μικροπιστώσεων. Σε αυτό το πλάνο, ο Δήμος μπορεί να συνδράμει συμβουλευτικά στην εύρεση του επιχειρηματικού αντικειμένου, στο business plan, και στην υποστήριξη για την συμμετοχή των μικροεπιχειρήσεων σε προγράμματα χρηματοδότησης. Μπορεί και η ίδια η δραστηριότητα του Δήμου να γεννήσει μικρές αγορές. Ένα παράδειγμα: Η στοχευμένη ανακύκλωση οργανικών αποβλήτων, ελαιοαποβλήτων, μετάλλων, απαιτεί υπηρεσίες διαχωρισμού και συλλογής που θα μπορούσαν να τις αναλάβουν τέτοιου τύπου κοινωνικές μικροεπιχειρήσεις· θα μπορούσαν λ.χ. να συλλέγουν την πρώτη ύλη για λογαριασμό του Δήμου.

δ) Συμπράξεις κοινωνικής πολιτικής – συντονισμός μεγάλων παρεμβάσεων. Ποτέ άλλοτε όσο σήμερα, στην Θεσσαλονίκη, αλλά και ευρύτερα στην Ελλάδα, οι φορείς άσκησης κοινωνικής πολιτικής δεν ήταν τόσο πολλοί: Δήμοι, Εκκλησία, ΜΚΟ, Εργατικά Κέντρα, εταιρική κοινωνική ευθύνη, συνεργατικά εγχειρήματα. Επίσης, ποτέ άλλοτε η κοινωνική πολιτική δεν ήταν τόσο κατακερματισμένη, αποσπασματική και μερική, εντελώς αναντίστοιχη με τις μεγάλες παρεμβάσεις που απαιτούνται. Επομένως, είναι καιρός για κοινοπραξίες στις κοινωνικές επενδύσεις, με την τοπική αυτοδιοίκηση ως την ανώτατη μονάδα διακυβέρνησης της τοπικής κοινωνίας και οικονομίας να λειτουργεί σε ρόλο συντονιστή: Γιατί αυτή τη στιγμή ο Δήμος, το Εργατικό Κέντρο, και διάφορες κατά τόπους Ενορίες και ΜΚΟ να διατηρούν τα δικά τους, ξεχωριστά κοινωνικά ιατρεία, και να μην υπάρχει σύμπραξη σε επίπεδο Δήμου, για την δημιουργία μιας μεγαλύτερης μονάδας, που να συμπληρώνει το έλλειμμα που αφήνει στην πόλη το Εθνικό Σύστημα Υγείας; Συνεργασία απαιτείται επίσης και με υπηρεσίες όπως η δευτεροβάθμια και η πρωτοβάθμια εκπαίδευση, για την προαγωγή προγραμμάτων που να στοχεύουν στην αλλαγή του διατροφικού και καταναλωτικού μοντέλου των ελληνικών οικογενειών, καθώς είναι γνωστό τοις πάσι, ότι η κακή διατροφή αυξάνει την παχυσαρκία και τις χρόνιες ασθένειες που συνδέονται με αυτήν, και συνακόλουθα τις ιατρικές δαπάνες των νοικοκυριών· αυτό σημαίνει συρρίκνωση των εισοδημάτων τους και υποβάθμιση της ποιότητας ζωής τους.

ε) Ολιστική πολιτική. Η σύγχρονη φτώχεια τείνει να συγκεντρώνεται στις λεγόμενες «ζώνες σκουριάς», σε θύλακες δηλαδή ευρύτερης υποβάθμισης. Οι περιοχές αυτές έχουν χτυπηθεί από την καθίζηση του παραγωγικού ιστού και της τοπικής αγοράς. Την ίδια στιγμή, βλέπουν τις αστικές τους υποδομές να μαραζώνουν και την εγκληματικότητα στους κόλπους τους ν’ αυξάνει· επιπλέον –εντός του αστικού ιστού ή στα όριά του– ολόκληρες περιοχές επιβαρύνονται με τις αρνητικές συνέπειες της μαζικής και ανεξέλεγκτης μετανάστευσης: Πολυεθνικές μαφίες και συμμορίες, εθνοθρησκευτική περιχαράκωση και σύγκρουση πολιτισμών. Επομένως οι δημοτικές παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση της κατάστασης οφείλουν να είναι ολιστικές. Αποτελεσματική αστυνόμευση, αναπλάσεις για να αλλάξει η φυσιογνωμία ορισμένων περιοχών, επίσης, αποτροπή της συγκέντρωσης δομών ΜΚΟ σε συγκεκριμένες περιοχές, που οδηγεί στην δημιουργία γκέτο κ.ο.κ.




Σχολιάστε