«Τα δώρα της Πρωτοχρονιάς»: ένα ποίημα του Κωστή Παλαμά για την Πατρίδα

Γράφει η Αργυρώ Χατζηπαναγιώτου

Εκπαιδευτικός-  Μεταπτυχιακό Δίπλωμα στην Μεθοδολογία και Έρευνα της Λογοτεχνίας (Ισπανικής και Ισπανόφωνης, UNED, Μαδρίτη)

«Τα δώρα της Πρωτοχρονιάς» είναι ένα ποίημα του Κωστή Παλαμά, το οποίο περιλαμβάνεται στην πρώτη του ποιητική συλλογή: Τα τραγούδια της Πατρίδος μου που εκδόθηκε το 1886. Το ποίημα, όμως, γράφτηκε μερικά χρόνια νωρίτερα: στις 31 Δεκεμβρίου του 1883. 

 

Τα δώρα της Πρωτοχρονιάς

—Πατρίδα μου, τί θες να σου χαρίσω

για τον καλό το χρόνο που θα ’ρθεί;

—Παιδί μου, το κορμί το λιονταρίσο

και το παλικαρίσο το σπαθί,

και τη νεραϊδογέννητη τη χώρα

μαζί με το δικέφαλον αϊτό.

Δε θέλω γω καινούρια ή ξένα δώρα,

παλιά δικά μου πλούτη σού ζητώ.

—Μητέρα, τα δικά σου τα στολίδια

τα χαίροντ’ άλλοι μες στην οικουμένη,

και Λάμιες τα φυλάν, τα ζώνουν φίδια

και χάνοντ’ εκεί μέσ’ αντρειωμένοι…

—Παιδί μου, όταν τη δόλια σου μητέρα,

με του παιδιού τον πόνον αγαπάς,

με την αγάπη μόνο μιαν ημέρα

την παλαιά της δόξα θα της πας!

                     Κωστής Παλαμάς

                 31 Δεκεμβρίου 1883 

 

Το συγκεκριμένο ποίημα, όπως και τα άλλα της συλλογής, είναι ένας ύμνος για την Πατρίδα που ο Κωστής Παλαμάς υπεραγαπά. Ο ποιητής σκιαγραφεί τον  πόθο του να δει την χώρα του και πάλι δοξασμένη κατέχοντας εκείνο που της ανήκει δικαιωματικά. Και όπως χαρακτηριστικά λέει ο Γιάννης Κορδάτος: «Από τα νιάτα του ως τα γηρατειά του το μεγάλο του όραμα [του Παλαμά] είναι η Πόλη-το Βυζάντιο». (Κορδάτος 1983)  Στο ποίημα είναι φανερή η αφοσίωσή του στην Πατρίδα και στην Μεγάλη Ιδέα που την εποχή εκείνη φουντώνει, μέρα με τη μέρα, όλο και περισσότερο, στην κοινωνική ζωή των Αθηνών. 

Ο Παλαμάς πιστεύει ότι η παράδοση του τόπου παίζει σημαντικό ρόλο στη δημιουργία μιας ξεκάθαρης αντίληψης για το ελληνικό παρελθόν και την έννοια της Πατρίδας. Άλλωστε σε ένα κείμενο του 1890 τονίζει τη σημασία που έχει για εκείνον ο πατριωτισμός: «Ο πατριωτισμός είναι το ευγενέστερον των αισθημάτων εις εκμετάλλευσιν υπό των φωνασκών, των αγυρτών και των επιτηδείων παντός είδους. Εν τω καθ’ ημέραν βίω ο πατριωτισμός δύναται να χρησιμεύση ως πρόσχημα προς θεραπείαν και των ιδιοτελεστέρων συμφερόντων ͤ […] Αλλ’ υπάρχουν περιπτώσεις καθ’ ας η πατρίς είναι ανεξάντλητος πηγή εμπνεύσεως και σχεδόν πληροί το ιδεώδες της ποιήσεως ͤ τούτο συμβαίνει εις τα έθνη τα οποία δεν εξεπλήρωσαν ακόμη τον προορισμό των ή ευρίσκονται εις την αρχήν του σταδίου των.» [Άπαντα,2, 1962, σ.74] (Vitti, 2003).

Την χρονική περίοδο που γράφεται το ποίημα στη διακυβέρνηση της χώρας βρίσκεται ο Χαρίλαος Τρικούπης, του οποίου θερμός υποστηρικτής είναι ο Κωστής Παλαμάς. Σύμφωνα με τον Κορδάτο: «ο Τρικούπης φάνταζε στα μάτια του νέου ποιητή ‘’μεγάλος πολιτικός’’, ‘’αναμορφωτής’’. Πολλές φορές ο Παλαμάς έβλεπε στα μάτια του Τρικούπη το νέο Περικλή». (Κορδάτος 1983).

Το γεγονός είναι ότι η πολιτική κατάσταση την περίοδο εκείνη είναι ασταθής. Το πολιτικό και κοινωνικό σύστημα της χώρας δοκιμάζεται όχι μόνο από την πολιτική αστάθεια αλλά και από τις αυθαιρεσίες κύκλων: στρατιωτικών, παλατιανών ακόμα και κυβερνητικών. Ο Τρικούπης κάνει προσπάθειες να πετύχει οικονομική ανάκαμψη μέσω, όμως, της επιβολής φόρων. Μία αποτυχία του είναι σίγουρο ότι θα φέρει στην διακυβέρνηση το μεγάλο αντίπαλό του Θεόδωρο Δηλιγιάννη. Είναι μία περίοδος αναταραχών και αντιθέσεων: πολιτικών, κοινωνικών αλλά και γλωσσικών, καθώς επικρατεί και η διαμάχη μεταξύ των οπαδών της Δημοτικής και της Καθαρεύουσας, για το ποια από τις δύο γλώσσες θα στεφθεί νικήτρια. Συνοπτικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι μια μεταβατική περίοδος κατά την οποία επικρατεί ο παλαιοκομματισμός, με την οικονομία της χώρας να βρίσκεται σε ένα στάδιο αναπροσαρμογής και ανασύνταξης.

Στην Αθήνα, παράλληλα, η Μεγάλη Ιδέα αποκτά όλο και περισσότερους οπαδούς που οραματίζονται την διεύρυνση των περιορισμένων, την εποχή εκείνη, συνόρων της Ελλάδας. Η ανάκτηση της Μακεδονίας, της Κρήτης και άλλων περιοχών αποτελεί εθνικό όραμα.

Ο Παλαμάς, από την πλευρά του,  δεν χάνει ευκαιρία να δείξει ότι είναι ένθερμος υποστηρικτής της Μεγάλης Ιδέας: «Η μεγάλη Ιδέα. Το παινεύομαι. Από τα πρώτα χρόνια μου, μαζί με την πρώτη μου αγάπη, το πρώτο εκστατικό ξάφνιασμα μου φύσηξε. Στο σπίτι μέσα την άκουσα να ψιθυρίζεται γύρω μου σαν ένα τρανό μυστικό ‘’μελλούσης Αναστάσεως’’ καρτέρημα και την πίστεψα με ευλάβεια θρησκευτική. Και την είδα την πρωτομάγισσα των πατέρων μας να προβάλλη από τα χαλάσματα της παρμένης πρωτεύουσας [=Πόλης], να ζωντανεύη από τη στερνή πνοή του τελευταίου Βυζαντινού αυτοκράτορα, να φτερουγίζη και ν’ απλώνεται κατά τη δύση …» (Γράμματα, τ.Β’, 136, 1907)

Ο ποιητής μεγαλώνει και ανδρώνεται στην μετα-επαναστατική Ελλάδα σε ένα κοινωνικό, αλλά και οικογενειακό περιβάλλον όπου, όπως πολύ εύστοχα σημειώνει ο Κ. Θ. Δημαράς: «η δράση έχει μετουσιωθεί σε ρέμβη, σε νοσταλγία ͤ τα παλιά και τα τωρινά σμίγουν αξεδιάλυτα μέσα σ’ ένα ξύπνιο όνειρο. Τα ίδια και μέσα στο σπίτι: το πάθος της Πατρίδας ενώνει την ανάμνηση με τη δράση. Είμαστε στην ακμή του ρωμαντισμού αλλά και της Μεγάλης Ιδέας». (Δημαράς 2000) 

Στο έργο του Κωστή Παλαμά επικρατεί ο οραματισμός και ο πόθος του για μια ενότητα που θα περιείχε όλα τα στοιχεία της ελληνικής παράδοσης από την αρχαιότητα και το Βυζάντιο μέχρι και τους νεώτερους χρόνους, όπως αυτή θα διαμορφωνόταν από τις διδαχές των διαφόρων λογοτεχνικών ρευμάτων της εποχής του. 

Γράφει στη Δημοτική χρησιμοποιώντας λαϊκό λεξιλόγιο αν και η γλώσσα πολλών ποιημάτων του είναι διανθισμένη με στοιχεία από λόγιες γλωσσικές μορφές της Καθαρεύουσας. Από το 1900 και μετά με άρθρα του υπερασπίζεται τόσο τον Ψυχάρη όσο και το κίνημα του δημοτικισμού. Προσπαθεί να πετύχει τη σύνθεση θεμάτων από τη σύγχρονη λαογραφία, τις παραδόσεις και την ιστορία του Γένους, εμπλουτισμένων με τις δικές του υποκειμενικές εμπνεύσεις.

Ο Κ. Θ. Δημαράς συγκρίνοντας το έργο του Κωστή Παλαμά με το έργο του Διονυσίου Σολωμού καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο καθένας, με τον δικό του προσωπικό τρόπο, εκφράζει κορυφαίες στιγμές και μορφοποιήσεις του ελληνισμού. Η διαφοροποίηση συνίσταται τόσο στην ξεχωριστή προσωπικότητά του καθενός όσο και στις ιστορικές διαφορές. Συγκεκριμένα λέει: «Ο Σολωμός δίνει μέσα στη σύνθεσή του την ακμή του ελληνισμού, όταν το Γένος φθάνει στην ελευθερία ͤ η σύνθεση του Παλαμά δίνει την καμπή της νέας ελληνικής ιστορίας, όταν μετά την σύνθεση επικρατεί η αστική διαμόρφωση της κοινωνίας.» (Δημαράς 2000) 

Ο Κωστής Παλαμάς γεννήθηκε στην Πάτρα το 1859. Εκεί υπηρετούσε ο πατέρας του ως δικαστικός υπάλληλος. Η καταγωγή του, όμως, ήταν από το Μεσολόγγι. Στην ηλικία των έξι ετών έχασε και τους δύο γονείς του. Την επιμέλειά του ανέλαβε ο αδελφός του πατέρα του Δημήτριος Παλαμάς, εκπαιδευτικός, ο οποίος κατοικεί στο Μεσολόγγι. Η τραυματική εμπειρία της απώλειας των γονέων του επηρέασε αρνητικά τον ευαίσθητο ψυχισμό του, και βρήκε διέξοδο στην σύνθεση ποιημάτων. Τα πρώτα του ποιήματα τα έγραψε στην ηλικία των 9 ετών. Στην πόλη του Μεσολογγίου, που τη θύμησή της κράτησε πάντα ζωντανή στη μνήμη του, τέλειωσε το Γυμνάσιο και στη συνέχεια ήρθε στην Αθήνα για να γραφτεί στη Νομική Σχολή, την οποία, όμως, δεν τέλειωσε ποτέ, γιατί τα ενδιαφέροντα του στράφηκαν προς την Λογοτεχνία. 

Μετά τη δημοσίευση της πρώτης του συλλογής: Τα Τραγούδια της Πατρίδος μου το 1886, ακολούθησαν και άλλες σημαντικές ποιητικές συλλογές: 1889 Ύμνος στην Αθηνά, 1900 Χαιρετισμοί της Ηλιογέννητης, 1904 Ασάλευτη ζωή, 1907 Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου, 1910 Η φλογέρα του Βασιλιά και πολλά άλλα ποιήματα και πεζογραφήματα. Σύμφωνα με τον Mario Vitti: «ο ποιητής θα προχωρήσει κυνηγώντας τα μεγάλα οράματα παγιδευμένος από την προσδοκία να συνθέσει έργα μνημειώδη και επιβλητικά, όπου να εκφράζονται τα πεπρωμένα της φυλής. Επωμίζεται το σύνολο των εθνικών ευθυνών με την προσδοκία να απαλλαγεί το έθνος από όσες ενοχές είχε φορτωθεί κατά την πρόσφατη ιστορία του ώστε να μπορέσει να κοιτάξει κατάματα το εθνικό ιδεώδες. Θα γίνει έτσι ένας βάρδος». (Vitti, 2003) Όλη αυτή η σημαντική ποιητική δημιουργία τον καθιέρωσε ως τον κυριότερο εκπρόσωπο της Γενιάς των Ποιητών του 1880 ή της Νέας Αθηναϊκής Σχολής. Το 1918 του απονεμήθηκε το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών και το 1930 έγινε πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών. Απεβίωσε στις 27 Φεβρουαρίου 1943. Στην τελευταία του κατοικία στο Α’ Νεκροταφείο τον συνόδευσε πλήθος κόσμου τραγουδώντας τον Εθνικό Ύμνο.  

 

Βιβλιογραφία:

-Δημαράς Κ.Θ. (2000), Ιστορία Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Από τις πρώτες ρίζες ως την εποχή μας, Εκδ. Γνώση, Αθήνα

-Κορδάτος Γιάννης (1983) Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Από το 1453 ως το 1961,  Τόμος Α’,  Εκδ. Επικαιρότητα, Αθήνα. 

-Vitti Mario (2003), Ιστορία Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Εκδ. Οδυσσέας

Πηγή του ποιήματος: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας




Σχολιάστε