ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ: Ξέρεις ποιος είμαι εγώ; της Ρεβέκκας Κοτσαρίδου

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ-Παρουσίαση Βιβλίου
Γράφει η Αργυρώ Χατζηπαναγιώτου
Εκπαιδευτικός- Μεταπτυχιακό Δίπλωμα στην Μεθοδολογία και Έρευνα της Λογοτεχνίας, UNED, Μαδρίτη

Ξέρεις ποιος είμαι εγώ; της Ρεβέκκας Κοτσαρίδου

Το βιβλίο Ξέρεις ποιος είμαι εγώ; Της Ρεβέκας Κοτσαρίδου είναι ένα μυθιστόρημα που μοιάζει με παραμύθι. Μία κοινωνικοπολιτική αλληγορία του καιρού μας. Μια αλληγορία για την πολιτική κρίση που μαστίζει την κοινωνία σήμερα, αλλά και για την κρίση αξιών που ταλανίζει τον άνθρωπο της εποχής μας.
Η Ρεβέκκα Κοτσαρίδου γεννήθηκε στην Αθήνα, φοίτησε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και ασκεί τη δημοσιογραφία. Εργάστηκε για χρόνια στο Τμήμα Ειδήσεων της Τηλεόρασης του ΑΝΤ1, σε διάφορες τηλεοπτικές εκπομπές, σε περιοδικά και στο ραδιόφωνο.
Το μυθιστόρημα: Ξέρεις ποιος είμαι εγώ; από τις εκδόσεις Αρμός είναι το πρώτο της συγγραφικό δημιούργημα.


Ο τίτλος του βιβλίου, είναι μία ερώτηση που όλοι έχουμε ακούσει να λέγεται κατά κόρον σήμερα. Η φράση αυτή, όμως, είναι και το σήμα κατατεθέν της κοινωνίας που περιγράφεται στο μυθιστόρημα.
«Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;» μια φράση, που έχει ρίζες βαθιές, ταλανίζει τους ανθρώπους που αρέσκονται να την επαναλαμβάνουν συχνά και τους κάνει να φαίνονται υπερφίαλοι. Η συγγραφέας σε κάποιο σημείο του έργου της μας δίνει τα χαρακτηριστικά των ανθρώπων αυτών:
«-Αυτό το «Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;» μπορεί να ειπωθεί και «Δε μπορείς να φανταστείς, ποιος είμαι εγώ!» Δηλαδή, πόσο μεγάλος είμαι, υπογράμμισε η Μοντιά και συνέχισε: Ένας άνθρωπος πραγματικά μεγάλος, δεν έχει ανάγκη να διαφημίσει τη μεγαλοσύνη και τη σπουδαιότητά του. Από χιλιόμετρα φαίνεται το εξέχον. Βγάζει μάτι το βαρυσήμαντο. Όταν είσαι μικρός, αναξιόλογος ή όταν νιώθεις έτσι, έχεις ανάγκη να φοβερίσεις τον απέναντί σου.»
Η δράση των ηρώων τοποθετείται σε ένα χωριό που λέγεται Παγωτό. Το Παγωτό βρίσκεται στα ανατολικά όρια της Ιδανικής Πολιτείας. Οι κάτοικοι του παράξενου αυτού χωριού επιθυμούν διακαώς να γίνουν μέρος της Ιδανικής Πολιτείας.
Το Παγωτό είναι ένα χωριό θορυβώδες. Οι κάτοικοι του αν και έχουν περίεργα και ασυνήθιστα ονόματα, έχουν τα ελαττώματα και τα προτερήματα των καθημερινών ανθρώπων της εποχής μας. Είναι δε πολύ υπερήφανοι για τα κατορθώματα των προγόνων τους.

Στο Παγωτό οι κοινωνικές και πολιτικές αντιθέσεις είναι έντονες. Το γεγονός που τις υπογραμμίζει είναι η εμφανής παρουσία στο μυθιστόρημα του αριθμού δύο, του αριθμού των αντιθέσεων.
Το Παγωτό διοικείται από τον Ανατολικό και τον Δυτικό, οι οποίοι καταλαμβάνουν εναλλάξ την εξουσία. Οι κάτοικοι είναι χωρισμένοι σε ανατολικούς και δυτικούς.
Οι πλούσιοι φορούν πουκάμισα με τσέπες και οι φτωχοί χωρίς τσέπες Οι πλούσιες γυναίκες έχουν κότσο τα μαλλιά τους και φορούν ένα χρυσό χτενάκι, ενώ οι φτωχές έχουν τα μαλλιά τους ξέπλεκα.
Η κοινωνικοπολιτική δομή, λοιπόν, στο Παγωτό έχει δυαδικό χαρακτήρα, ίδιον κοινωνιών που βρίσκονται σε πρώιμο στάδιο εξέλιξης.
Άλλωστε, οι αριθμοί έχουν μία συμβολική σημασία που πηγάζει από την αρχαιότητα. Σύμφωνα με τον Πυθαγόρα ο αριθμός είναι η ουσία των πραγμάτων. Οι αντιθέσεις που βλέπουμε στη φύση: ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, στο καλό και στο κακό αποτελούν αριθμητικές σχέσεις που οι Πυθαγόρειοι ονόμαζαν αρμονία. Κατ’ ουσίαν το παν είναι αριθμός.
Ο αριθμός δύο συμβολίζει το πρώτο επίπεδο προς την πορεία της δημιουργίας. Αντιπροσωπεύει την πόλωση, τις αντιθέσεις, τις ανισότητες και την αστάθεια.
Επίσης, η συγγραφέας, στην πλοκή της ιστορίας χρησιμοποιεί στοιχεία από τα λαϊκά παραμύθια: όπως το δάσος που πρέπει να διαβεί ο ήρωας για να φτάσει από το Παγωτό στην Ιδανική Πολιτεία και να αποκτήσει το χρυσό χτενάκι, ώστε να κερδίσει την καρδιά της αγαπημένης του.
Το δάσος στα παραμύθια συμβολίζει την κατάδυση του ήρωα στο ασυνείδητο, εκεί που βρίσκονται κρυμμένοι οι φόβοι και οι καταπιεσμένες επιθυμίες. Όλα αυτά με τα οποία πρέπει να έρθει αντιμέτωπος, ο πρωταγωνιστής, για να βγει στο τέλος πιο δυνατός. Συμβολίζει την πορεία προς την ωριμότητα και την ενηλικίωση. Αν και υπάρχουν πολλοί κίνδυνοι μέσα στο σκοτεινό δάσος στο τέλος τον περιμένει ένα ξέφωτο, ως ανταμοιβή.
Άλλο παραμυθιακό στοιχείο στο μυθιστόρημα είναι το χτένι. Το αντικείμενο που ζήτησε η Μαλένια από τον Τολτό, πρωταγωνιστή της ιστορίας, για να του χαρίσει την καρδιά της. Χτένι φορούν οι πλούσιες κυρίες στο Παγωτό, αλλά και πολλές ηρωίδες λαϊκών παραμυθιών: πριγκίπισσες, σειρήνες, γοργόνες στολίζουν τα μαλλιά τους με περίτεχνα χτενάκια. Η κακιά μάγισσα προσφέρει στη χιονάτη εκτός από το μήλο και ένα δηλητηριασμένο χτένι. Στο παραμύθι Ραπουνζέλ η κακιά μάγισσα που την είχε φυλακίσει της είχε δέσει τα όμορφα μακριά μαλλιά της με ένα χτένι. Τα χτένια ομορφαίνουν τα μαλλιά, αλλά μερικές φορές φυλακίζουν, εγκλωβίζουν και παγιδεύουν.

Δίπλα, όμως, στους ήρωες των παραμυθιών βρίσκεται και μία άλλη μορφή, η οποία παίζει καθοριστικό ρόλο στην επιτυχία του άθλου του: ο «μαγικός», εντός εισαγωγικών, βοηθός του ήρωα που μπορεί να είναι πρόσωπο, ζώο, τέρας ή ένα υπερφυσικό ον, το οποίο εμφανίζεται για να δώσει λύση και να βοηθήσει τον ήρωα στην επιτυχία του σκοπού του. Οι βοηθοί που με τρόπο αναπάντεχο, απροσδόκητο, μαγικό εμφανίζονται στα παραμύθια υπενθυμίζουν στον ήρωα τις δυνατότητες που έχει, ώστε να αναδυθούν αυτές όταν βρεθεί κάτω από ακραίες καταστάσεις και έτσι
να μπορέσει να τις υπερνικήσει, ώστε στο τέλος να βγει νικητής.
Στην ιστορία μας, οι βοηθοί του πρωταγωνιστή, του Τολτό, είναι δύο πρόσωπα: η κυρία Λίζα, η ψυχολόγος του χωριού και ο Στέλιος, φίλος της κ. Λίζας.
Το νερό είναι, επίσης, ένα άλλο παραμυθιακό στοιχείο στο μυθιστόρημα της Ρεβέκκας Κοτσαρίδου. Το νερό ως πηγή ζωής, αλλά και καταστροφής: άλλος ένας δυϊσμός, μια αντίθεση.
Σε πολλά λαϊκά παραμύθια είναι στοιχείο καταλυτικό που οδηγεί τους ήρωες στην ωρίμανση. Στο παραμύθι «Ο χάνσελ και η Γκρέτελ», δύο παιδιά που έχουν εγκαταλειφθεί από τους γονείς τους στο δάσος πρέπει να διασχίσουν ένα ποτάμι, το οποίο συμβολίζει μία νέα αρχή, τη μετάβαση, σε ένα ανώτερο επίπεδο ύπαρξης.
Στο μυθιστόρημά μας η ευημερία των κατοίκων του Παγωτού εξαρτάται από την στάθμη του τοξικού νερού. Το γεγονός ότι το νερό είναι τοξικό σημαίνει ότι κάτι δεν πάει καλά στο χωριό. Η κατακλυσμιαία βροχή που χτυπά ανελέητα το χωριό είναι ο καταλύτης. Μέσα από καταστροφή θα γεννηθεί κάτι νέο.
«Ξαφνικά γίνανε όλα. Ο ουρανός βρυχήθηκε σαν σαρκοφάγο. Το επιστέγασμα του χωριού μάνιασε, ο τρούλος του μούγκρισε με κακία, ο κόσμος μαύρισε. Η βροχή ενέσκηψε δαρτή, κατακλυσμιαία. Μπόρα είναι, είπα. Θα ξεθυμάνει, θα φύγει. Μα αυτή πάτησε το ποδάρι της για τα καλά, θρονιάστηκε απάνω μας κοντά τρεις μήνες.
Διαβολεμένη βροχή, κόψε! Θα το πνίξεις το χωριό μας, θα μας πνίξεις όλους! Αλλά η μυριαναθεματισμένη δεν έλεγε να πάρει δρόμο, να αλαργέψει. Τα μούλιασε όλα, τα φούσκωσε, τα ξεχείλισε, τα ρήμαξε.»
Η συγγραφέας, όπως ακούσαμε στο παραπάνω απόσπασμα περιγράφει αριστοτεχνικά το χρονικό της καταστροφής του χωριού, χρησιμοποιώντας λέξεις ιδιαίτερες. Το λεξιλόγιο είναι πλούσιο: Ουσιαστικά, επίθετα και ρήματα ασυνήθιστα δίνουν ζωντάνια στην περιγραφή των εικόνων, στην έκφραση του λόγου της, αλλά και στους διαλόγους των χαρακτήρων. Η γλώσσα είναι ρέουσα και
εναργής.

Αφηγητής της ιστορίας, που διαδραματίζεται στο Παγωτό, είναι ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, ο Τολτό. Ο χρόνος στο έργο δεν είναι συνεχής. Η ροή του διακόπτεται από τις αναδρομές (flashback) των ηρώων στο παρελθόν, ώστε να φωτίσουν άγνωστες πτυχές της ζωής τους.
Στους ανθρώπους που ζουν στο Παγωτό δεν αρέσουν καθόλου οι δυσκολίες. Οπότε τις ξεπερνούν ακολουθώντας τον εύκολο και μη ηθικό δρόμο του ρουσφετιού.
Είναι, επίσης, άνθρωποι της τελευταίας στιγμής. Στήνονται στις ουρές και δεν διστάζουν να καυγαδίσουν, επαναλαμβάνοντας συχνά την αγαπημένη τους φράση:
«Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;»
Στο Παγωτό η γραφειοκρατία, που έχει και ως επακόλουθο τον χρηματισμό των υπαλλήλων, καλά κρατεί. Στις πολιτικές συζητήσεις δίνουν και παίρνουν οι διαξιφισμοί σε υψηλούς τόνους μεταξύ των αντιπάλων στρατοπέδων.
Το παγωτό δοκιμάζεται από την βαθιά κοινωνικοπολιτική κρίση. Πως θα βγει άραγε από το χαντάκι που έχει πέσει το χωριό;
«-Και τώρα, τι θα γίνει; Πως θα βγει αυτή η χώρα από το χαντάκι της; Πως θα βγει από το χαντάκι του το χωριό τού Παγωτού; Ρώτησα.
-Νομίζω όταν οι άνθρωποι κάνουν αυτό που έκανες εσύ, Τολτό. Όταν καταλάβουν τι τους συμβαίνει, είπε η κυρία Λίζα. Το χωριό τού Παγωτού θα ανακάμψει, όταν επιτρέψει σε άτομα ταλαντούχα, δημιουργικά να εκφραστούν, ν’ ανθίσουν. Η αξιοκρατία δυναμώνει τα πόδια, σηκώνει όρθιο έναν τόπο, τον βοηθά να βηματίσει.»
Ο Τολτό, ο ήρωας της ιστορίας και οι συντοπίτες του: η Μαδάρα, ο Ροδής, η Πατού, η κυρία Τιμ, ο Βίλι, η Μοντιά, ο Φούριας, ο Λικ, η κυρία, Λίζα, ο Στέλιος, ο Ανατολικός, ο Δυτικός και άλλοι συνθέτουν το μωσαϊκό της κοινωνίας στο Παγωτό.
Η συγγραφέας ψυχογραφεί τους χαρακτήρες διεισδύοντας στα άδυτα του ψυχισμού τους, βγάζοντας στη επιφάνεια τις αδυναμίες τους. Οι άνθρωποι στο χωριό που λέγεται Παγωτό είναι δύσκολοι, ευέξαπτοι, τους αρέσει η καλοπέραση και η βόλεψή τους, δεν ενδιαφέρονται για του γείτονές τους, έχουν εμμονές, προκαταλήψεις και απωθημένα, διεκπεραιώνουν τις δουλειές τους την τελευταία στιγμή, ζουν σε μια επίπλαστη και πρόσκαιρα ευδαιμονική κατάσταση.
Στο Παγωτό συμβαίνουν υπερβολικά ακραία γεγονότα που δημιουργούν μία κοινωνία στην οποία επικρατεί η αδιαφορία όχι μόνο για τον συνάνθρωπο, αλλά και για το φυσικό περιβάλλον. Η αναξιοκρατία, η γραφειοκρατία, η υποκρισία, η ροπή προς τη βία και ένα σωρό άλλα αρνητικά χαρακτηριστικά, δημιουργούν ένα τοξικό περιβάλλον στο οποίο ζουν και μεγαλώνουν οι πρωταγωνιστές της ιστορίας.
Υπάρχει άραγε το γιατρικό που θα μπορούσε να θεραπεύσει τη βαρέως νοσούσα κοινωνία στο Παγωτό ; Η απάντηση είναι: Ναι! έτσι αφήνει να εννοηθεί η συγγραφέας, δίνοντας σταγόνες ελπίδας!

Ο Δήμος Αγίας Βαρβάρας οργάνωσε σε συνεργασία με τις Εκδόσεις Αρμός , την παρουσίαση του βιβλίου της Ρεβέκκας Κοτσαρίδου, στο Κέντρο Εικαστικών Τεχνών. Για το βιβλίο μίλησαν ο Αντιδήμαρχος Πολιτισμού Νίκος Βουρλιώτης και ο Αντιδήμαρχος Παιδιού Δημήτρης Σωτηρόπουλος , ενώ την παρουσίαση συντόνισε η εκπαιδευτικός  Αργυρώ  Χατζηπαναγιώτου. Αποσπάσματα από το μυθιστόρημα, διάβασε η ηθοποιός Σοφία Γασπαρινάτου.

Στην παρουσίαση παρευρέθη ο δήμαρχος Αγίας Βαρβάρας κ. Λάμπρος Μίχος , που αναφέρθηκε στη συγγραφέα και στο έργο της.




Σχολιάστε