7 Σεπτέμβρη 1833: Κολοκοτρώνης και Πλαπούτας φυλακίζονται στο Ναύπλιο

Ο Κολοκοτρώνης στη φυλακή του Ναυπλίου

Στις 7 Σεπτέμβρη του 1833 με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης οδηγείται στις φυλακές του Ιτς Καλέ του Ναυπλίου. Ο κηδεμονευόμενος ανήλικος Όθωνας, αν και ο Γέρος του Μοριά είχε πρωταγωνιστήσει στην ενθρόνιση του, δεν διστάζει να τον φυλακίσει λόγων της αντίθεσης του με την Αντιβασιλεία.  Η Ελλάδα έχει δώσει αρκετές πίκρες σε δικούς της ήρωες, ιδίως σε μεταβατικές περιόδους, όπου στην εξουσία δε βρίσκονται άξια παιδιά της, αλλά ξένοι. Ο ίδιος ο Γέρος του Μοριά (που είχε φτάσει τα 63 του χρόνια), έγραψε αργότερα στα απομνημονεύματά του (όπως τα υπαγόρευσε στον Γεώργιο Τερτσέτη):

“Μ’ έβαλαν έξι μήνες μυστική φυλακή, χωρίς να δω άνθρωπο εκτός του δεσμοφύλακα. Δεν ήξερα τι γίνεται για έξι μήνες, ούτε ποιος ζει, ούτε ποιος πέθανε, ούτε ποιόν [άλλον] έχουν στη φυλακή. Για τρεις μέρες δεν ήξερα πως υπάρχω, μου φαινόταν σαν όνειρο. Ρωτούσα τον εαυτό μου αν ήμουν εγώ ο ίδιος ή άλλος κανένας. Δεν ήξερα γιατί μ’ έχουν κλεισμένο. Με τον καιρό μου πέρασε απ’ το νου, πως ίσως η Κυβέρνηση, βλέποντας την υπόληψη που ’χε ο λαός προς εμένα, με φυλάκισε για να μου κόψει την επιρροή. Ποτέ δεν πίστεψα πως θα φτάσουν σε τέτοιο σημείο να φτιάξουν ψευδομάρτυρες. “

Τον Απρίλιο του 1834 έγινε η δίκη. Εισαγγελέα διόρισαν τον Σκοτσέζο Μάνσωνα, πρόεδρο τον Πολυζωΐδη, μέλος τον Τερτσέτη… και άλλους. Δικηγόροι υπεράσπισης οι Βαλσαμάκης και Κλωνάρης. Στη δίκη “παρέλασαν” ψευδομάρτυρες, αλλά κατέθεσαν και άνθρωποι με ψυχή και ήθος. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου Πολυζωίδης και ο Τερτσέτης δεν δέχονται  τις μεθοδεύσεις αντιστέκονται και διαδραματίζονται απίστευτες σκηνές που εξευτελίζουν κάθε έννοια δικαιοσύνης, ελευθερίας και ανεξαρτησίας.

Στην απολογία του ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης απαντώντας στις ερωτήσεις του προέδρου, είπε:

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Έχεις άλλο τίποτα να πεις για όσα σε κατηγορούν;
ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ: «Τούτω δω μονάχα. Μετά το φόνο του Κυβερνήτη η Πατρίδα ήτανε χωρισμένη στα δύο. Εγώ άμα έμαθα το διορισμό του Βασιλιά, έκαμα τη σημαία του και σύναξα κι όλους τους φίλους μου και κάμαμε μιαν αναφορά στη Βαυαρία φανερώνοντας την αφοσίωσή μας. Όταν ήρθ’ ο Βασιλιάς σκόρπισα τους ανθρώπους μου κι ησύχασα.»

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τότε, γιατί αντενέργησες στο βασιλιά σου και στην Αντιβασιλεία.

 ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ: «Εγώ ν’ αντενεργήσω; Μα δε ξέρετε λοιπόν κι εσείς οι ίδιοι κι όλοι οι Έλληνες πόσο πάσκισα στον καιρό του σηκωμού ν’ αποχτήσει το έθνος κεφαλή και να μου λείψουν οι φροντίδες; Άμα ο Θεός μου ‘δωσε Βασιλέα, εγώ είπα σ’ όλους τους φίλους μου: «Τώρα είμ’ ευτυχισμένος. Θα κρεμάσω την κάπα μου στον κρεμανταλά και θα πλαγιάσω στην καλύβα μου ν’ αποθάνω ήσυχος κι ευχαριστημένος».

Αυτά είπε ο Γέρος και κάθισε στον πάγκο του, ενώ στην αίθουσα απλώθηκε βαθιά σιωπή και αγωνία.Όμως, κάτω από ασφυκτική πίεση του υπουργού Δικαιοσύνης Κωνσταντίνου Σχινά, Κολοκοτρώνης και Πλαπούτας καταδικάζονται σε θάνατο.

Λίγο πριν την επιβολή της ποινής, τους δόθηκε χάρη απ’ τον βασιλιά Όθωνα που φοβήθηκε τις αντιδράσεις. Όμως δεν τέλειωσαν τα βάσανα, οι διωγμοί και η αδικία. Τους μετέφεραν στο Παλαμήδι  για άλλους έντεκα μήνες και μετά τους ελευθέρωσαν. Όπως αναφέρει ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης: “η υποδοχή που μου έκαμε ο λαός, με έκαμε να λησμονήσω όλες τις δυστυχίες που πέρασα”. Μόνο άνθρωπος του δικού του μεγαλείου, θα μπορούσε να το πει αυτό, μετά απ’ όλα τα δεινά που τον βρήκαν.




Σχολιάστε