Σουλιώτες, αγώνες με αυτοθυσία για την Ελευθερία και την Πατρίδα

Οι Σουλιώτες κάτοικοι της ορεινής Θεσπρωτίας υπήρξαν σκληροτράχηλοι πολεμιστές και έγιναν γνωστοί για την μακροχρόνια αντίσταση τους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και την σημαντική συμβολή τους στην Επανάσταση του 1821. Στο Σούλι σκλαβιά δεν χωράει.

Σημαντικές οικογένειες όπως αυτές των Τζαβέλα, Μπότσαρη, Δράκου, Κουτσονίκα, Ζέρβα, Νίκα, Καραμπίνη και Δαγκλή πρωτοστάτησαν στον αγώνα κατά της τουρκοκρατίας και έμειναν διαχρονικά μνημειώδης οι συγκρούσεις κατά του Αλή Πασά, με αποκορύφωμα το Κούγκι και την θυσία του καλόγηρου Σαμουήλ. Οι Σουλιώτες θα μπορούσαν να συγκριθούν με τους Σπαρτιάτες, που υπήρξαν «δάσκαλοι» στην τέχνη του πολέμου. Έτσι και οι Σουλιώτες από μικροί γυμνάζονταν και εκπαιδεύονταν για να μπορέσουν να επιβιώσουν και γρήγορα έγιναν ο κακός πονοκέφαλος της Υψηλής Πύλης και των τοπικών μπέηδων και αγάδων , που τους έβαλαν στο στόχαστρο γιατί αντιστέκονταν.

Ετυμολογία

Το Σούλι ιδωμένο από το νότο (1846).

Χάρτης της περιοχής του Σουλίου από τον Γουίλιαμ Μάρτιν Ληκ.

Οι Σουλιώτες πήραν το όνομα τους από το χωριό Σούλι, ορεινό χωριό στη σημερινή Θεσπρωτία της Ελλάδας. Το όνομα του χωριού είναι αμφιβόλου προέλευσης και η ετυμολόγησή του αποτελεί αντικείμενο συζήτησης ήδη από την εποχή του  Χριστόφορου Περραιβού, που πρώτος εξέδωσε ιστορία του Σουλίου, το 1803. Στο ρομαντικό και κλασικιστικό περιβάλλον των αρχών του 19ου αιώνα, ο Γάλλος περιηγητής και πρόξενος Φρανσουά Πουκεβίλ και άλλοι σύγχρονοι του Ευρωπαίοι εισηγήθηκαν πως το όνομα Σούλι προέρχεται από το αρχαιοελληνικό «Σελλαΐς», προσπαθώντας να συνδέσουν το Σούλι με τους αρχαίους Σελλούς, αλλά η άποψη αυτή απορρίφθηκε ήδη από τον Περραιβό και δε γνώρισε μεγάλη απήχηση σε κατοπινούς ερευνητές, ελλείψει τεκμηρίωσης.Ο Περραιβός, που ήρθε σε επαφή με ηλικιωμένους Σουλιώτες, ισχυρίστηκε πως το όνομά τους το πήραν από έναν Τούρκο ο οποίος είχε σκοτωθεί εκεί.Μια άλλη ετυμολογική άποψη είναι πως η λέξη Σούλι προήλθε από τον αλβανικό όρο sul, η οποία μπορεί να ερμηνευθεί ως παρατηρητήριο ή ορεινή συνάθροιση.

 

Καταγωγή

J.Cartwright, Σουλιώτης, έγχρωμη χαλκογραφία.

Από τις αρχές του 19ου αιώνα, στο πνεύμα του ρομαντισμού διατυπώθηκαν θεωρίες που συσχέτιζαν τους Σουλιώτες με τους αρχαίους Σελλούς, ενώ ο Λάμπρος Κουτσονίκας θεωρεί τους Σουλιώτες γηγενείς απογόνους Ηπειρωτών Ελλήνων που μετανάστευσαν στα βουνά κατά τα αρχαία χρόνια, προκειμένου να διαφύγουν τις ρωμαϊκές δυνάμεις. Οι απόψεις αυτές δε γίνονται αποδεκτές από τους περισσότερους μεταγενέστερους μελετητές, αλλά ορισμένοι νεότεροι μελετητές ενώ αναγνωρίζουν την αλβανοφωνία των Σουλιωτών, τους θεωρούν αμιγείς Έλληνες, όπως ο μελετητής και περιηγητής της Ηπείρου, Ε.Γ. Πρωτοψάλτης (1984), που πιστεύει ότι οι Σουλιώτες ανήκαν στην «ελληνικήν φυλήν» επικαλούμενος την ελληνικότητα της συνείδησής τους και τις συνεχείς συγκρούσεις τους με Τούρκους και Τουρκαλβανούς· από τη μελέτη του ημερολογίου του Φώτου Τζαβέλλα του 1792 που είναι γραμμένο στο νότιο ιδίωμα της ελληνικής, ο Πρωτοψάλτης συνάγει ότι οι πρώτοι Σουλιώτες κατέβηκαν από το Αργυρόκαστρο ή τη Χειμάρα όπου ομιλείται αυτό το ιδίωμα.Ο Κ. Μπίρης αναφέρει «Είτε με την κάθοδο Αρβανιτών στην Ήπειρο κατά τον 12ο αιώνα είτε με εκείνην των χρόνων του Στεφάνου Ντουσάν, είτε μετά την επανάσταση του Σκεντέρμπεη, είχαν έλθει στην περιοχή του Δελβίνου οι πρόγονοι των Σουλιωτών, ένα πρέπει να θεωρήσουμε βέβαιον, ότι ο τόπος προέλευσής των, ήταν στις νοτιανατολικές παρυφές της χώρας των Γκέγκηδων γύρω στην Δίβρη, κάποιο μέρος, όπου επικρατούσε απόλυτα το ελληνικό στοιχείον»,  ενώ ο Ιωάννης Λαμπρίδης θεωρεί τους Σουλιώτες αποτέλεσμα ένωσης της αρχικής αλβανικής πατριάς που εγκαταστάθηκε στο Σούλι και από την οποία πήρε το όνομά της η περιοχή και αλβανόφωνων και ελληνόφωνων χριστιανών κοντινών περιοχών, που κατέφυγαν εκεί το 17ο αιώνα. Η ύπαρξη της ελληνοφωνίας στην περιοχή μαρτυρείται και από διάφορα τοπωνύμια όπως Συκιά, Καστανιά, Νερό Προβατίνας κ.ά. που μαρτυρούνται πριν από τα μέσα του 17ου αιώνα. Περί το 1600 μ.Χ., οι Σουλιώτες φέρονται να μετανάστευσαν από τις πεδιάδες της Θεσπρωτίας στα βουνά της Μούργκας, όπου μια συνομοσπονδία των γενών συγκρότησε ενιαίο μέτωπο έναντι των Οθωμανών. Οι πρώτοι αυτοί κάτοικοι κατάγονταν από τα γύρω χωριά αλλά και από περιοχές της Βορείου Ηπείρου. Ήταν δε Αρβανίτες στην καταγωγή, κατά κύριο λόγο, ενώ υπήρχαν Παραμυθιώτες και Λελοβίτες.

Κοινωνική οργάνωση

Εγκατάσταση

Το Σούλι, χαλκογραφία του H.Holland

Κατά την επικρατέστερη άποψη, οι πρώτοι κάτοικοι που εγκαταστάθηκαν στην απρόσιτη ορεινή αυτή περιοχή δημιούργησαν στη σειρά τέσσερα χωριά, το Σούλι, τη Σαμονίβα, την Κιάφα και το Αβαρίκο, σε απόσταση μισής ώρας δρόμο το ένα από το άλλο, και που όλα μαζί καλούνταν, εκ του αριθμού τους, «Τετραχώρι». Αργότερα, καθώς αυξήθηκε ο πληθυσμός, δημιουργήθηκαν άλλα επτά νέα χωριά, τα: Τσεκούρι, Αλποχώρι, Παλιοχώρι, Γκονάλα, Περιχάτι, Βίλια και Κοντάντες, όπου όλα μαζί αυτά αποτελούσαν το «Εφταχώρι». Οι Σουλιώτες όλων των χωριών αυτών συσπειρώθηκαν και δημιούργησαν, τη λεγόμενη από τους ερευνητές, «Ομοσπονδία», ή «Συμπολιτεία του Σουλίου» την οποία συγκροτούσαν τα 11 Σουλιωτοχώρια.

Οικογένειες

Οι πρώτοι κάτοικοι που εγκαταστάθηκαν στο Σούλι, ίδρυσαν το ομώνυμο χωριό. Ακολούθησε η ίδρυση των χωριών Κιάφα, Σαμονίβα και Αβαρίκος. Στις αρχές του 18ου αιώνα (γύρω στο 1720), τα 4 χωριά του Σουλίου είχαν την παρακάτω πληθυσμιακή συγκρότηση:

  • Σούλι: 23 φάρες με 450 οικογένειες, συνολικά 2.000–2.100 άτομα Οι φάρες αυτές ήταν: Τζαβελαίοι (που αρχικά ονομάζονταν Παπαζαχαίοι ή Παπαζαχάτες, με γενάρχη τον ιερέα Παπαζάχο), Βοτσαραίοι, Δρακαίοι, Δαγηλαίοι, Κουτσονικαίοι, Καραμπιναίοι, Μπουτζαίοι, Σεχαίοι (ή Σεάταις), Καλογεραίοι, Ζαρμπαίοι, Βελιαίοι, Θανασαίοι, Κασκοραίοι, Τοραίοι, Μαντζαίοι, Παπαγιανναίοι, Βασιαίοι, Τονταίοι, Σαχιναίοι, Παλαμαίοι, Ματαίοι, Μπουσμπαίοι,Κορδαίοι.).
  • Κιάφα: 4 φάρες (Ζερβαίοι, Νικαίοι, Φωταίοι, Πανταζαίοι), με 90 οικογένειες και πληθυσμό 360-450 άτομα.
  • Αβαρίκος: 3 φάρες (Σαλαραίοι, Μπουφαίοι, Τζιοραίοι), με 65 οικογένειες και πληθυσμό 260-300 άτομα και
  • Σαμονίβα: 3 φάρες (Μπεκαίοι, Δαγκλιαναίοι, Ηραίοι), με 50 οικογένειες και πληθυσμό 200-250 άτομα.

Διοίκηση

Ο Φώτο Σέχος από το Σούλι (πίνακας του Λουί Ντυπρέ).

Οι Σουλιώτες είχαν δική τους μορφή κοινωνικής οργάνωσης που βασιζόταν στην οικογενειοκρατία, τις λεγόμενες φάρες (πατριές), οι οποίες έφθαναν σε αριθμό περίπου τις 47, αντιπροσωπεύοντας 150 οικογένειες. Σπουδαιότερες εξ αυτών ήταν η φάρα του Δημοδράκου, του Ζάρμπα, του Ζέρβα, του Μπότσαρη, του Τζαβέλλα, του Δαγκλή, του Καραμπίνη, του Κουτσονίκα κ.ά. Κάθε φάρα είχε τον δικό της αρχηγό του οποίου το αξίωμα ήταν κληρονομικό κατ΄ αρρενογονία. Οι αρχηγοί των φαρών συγκροτούσαν μια μορφή κυβέρνησης που λεγόταν «Κριτήριο της Πατρίδας» με κύριο καθήκον να κρίνει επί παντός και να αποφασίζει σχετικά, με αναμφίβολα και δικαστική εξουσία που βασιζόταν στο έθιμο.

Ανώτατη εξουσία ασκούσε το «Γενικό Συνέδριο» στο οποίο λάμβαναν μέρος εκτός από τους αρχηγούς των οικογενειών και κάθε Σουλιώτης που είχε διακριθεί σε ανδραγαθία. Αυτό αποφάσιζε θέματα πολέμου, ειρήνης, συμμαχίας και οτιδήποτε αφορούσε τις εξωτερικές σχέσεις της «συμπολιτείας», της οποίας πρωτεύουσα ήταν το Σούλι όπου και γίνονταν οι συνελεύσεις των δύο παραπάνω οργάνων.

Οικογένεια Σουλιωτών, 1887

Για τα ήθη και τα έθιμα των Σουλιωτών χαρακτηριστικές είναι οι πληροφορίες που άφησε ο Χριστόφορος Περραιβός, στην ιστορική συγγραφή του, που άντλησε κατά την επιτόπια έρευνά του όταν στάλθηκε εκεί από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη για να τους μυήσει στην Επανάσταση. Σημειώνει λοιπόν ο Περραιβός: «Κανένας από τους Σουλιώτες καμμίαν τέχνην ή πραγματείαν δεν μεταχειρίζεται, παρά όλη τους η γύμνασις από παιδιόθεν είναι εις τα άρματα. Με αυτά τρώγουν, με αυτά κοιμούνται, με αυτά ξυπνούν». Σημειώνεται ότι την εποχή εκείνη τα Σουλιωτοχώρια συντηρούσαν περίπου 2.500 ένοπλους λιτοδίαιτους, σκληραγωγημένους και ολιγαρκείς, οι οποίοι και αποτελούσαν εγγύηση της ασφάλειας της περιοχής, έναντι των Τούρκων, ο δε συνολικός πληθυσμός υπολογίζεται πως έφθανε περί τους 10.000 έως 12.000.

Έγιναν ονομαστοί για τις πολεμικές τους ικανότητες και τις άλλες αρετές τους. Γενικά οι Σουλιώτες επιδείκνυαν χαρακτηριστική τυφλή υπακοή και πειθαρχία στους αρχηγούς τους στην περίοδο των πολέμων τους. Θεωρούσαν την ελευθερία πολυτιμότερη της ζωής τους. Τα δε ήθη τους ήταν πολύ αυστηρά. Σέβονταν τις γυναίκες τους, τιμούσαν τους διακρινόμενους σε μάχες, περιφρονούσαν τους δειλούς όπως και τις γυναίκες αυτών. Μία απλή υπόνοια για την ηθική μιας γυναίκας αρκούσε για να λιθοβοληθεί με απόφαση του αρχηγού της φάρας. Σε περίπτωση μοιχείας τη μοιχαλίδα την έβαζαν μέσα σε τσουβάλι (σάκκο) και την γκρέμιζαν σε φαράγγι του Αχέροντα. Οι Σουλιώτες διακρίνονταν για τις υποσχέσεις και συμφωνίες τους που θεωρούσαν ιερές, και θανάτωναν όσους παρέμβαιναν τις αρχές τους. Η αντεκδίκηση ή «γκιάκ » (κοινώς βεντέτα) ήταν νόμος απαράβατος. Γενικά όμως ήταν γενναίοι, ριψοκίνδυνοι, ευσταλείς, γρήγοροι, φιλελεύθεροι, αρκετές φορές μεγαλόψυχοι, φιλοπάτριδες, αλλά και αφοσιωμένοι σε επιδρομές και λαφυραγωγήσεις.

Άλλα χαρακτηριστικά στοιχεία ήταν ότι δεν κουρεύονταν, φορούσαν και αυτοί φουστανέλα και στολίζονταν στο στήθος με «τσαπράζια». Τα δε ρούχα των γυναικών ήταν όλα κεντητά. Αγαπημένο μουσικό όργανο των Σουλιωτών ήταν ο ταμπουράς. Ζούσαν με πολύ περιορισμένα προϊόντα λόγω του άγονου του ορεινού εδάφους με συνέπεια αυτή η ίδια η φύση να τους εξαναγκάζει πολλές φορές να προβαίνουν σε επιδρομές στις πεδινές περιοχές να ληστεύουν και να λαφυραγωγούν υποχρεώνοντας τους κατοίκους των περιοχών που υπέτασσαν να τους πληρώνουν φόρους σε χρήμα αλλά και σε είδος. Οι δε κάτοικοι αυτών των 70 περίπου κατακτηθέντων χωριών καλούνταν «Παρασουλιώτες». Η δε σχέση μεταξύ Σουλιωτών και Παρασουλιωτών έφερνε στη μνήμη, όπως σημειώνει ο Κ. Παπαρρηγόπουλος, εκείνη μεταξύ των αρχαίων Σπαρτιατών και των Περιοίκων.

Οι Σουλιώτες πλήρωναν στον Σουλτάνο ετήσιο φόρο, τον λεγόμενο κεφαλικό και τον λεγόμενο «προβατικόν», (που προηγουμένως μάζευαν από τους Παρασουλιώτες), παρουσιάζοντας έτσι μια περίεργη εικόνα αρχόντων και αρχομένων. Οι Σουλιώτες υπάγονταν σε έναν σπαχή,  ο οποίος είχε ένα βαθμό δικαιοδοσίας στο Σούλι, τους εκπροσωπούσε, όπως μαρτυρεί ένα έγγραφο του 1794, και στον οποίο κατέβαλλαν ένα μικρής ποσότητας φόρο. Η ένταξή των Σουλιωτών στο τιμαριωτικό σύστημα μέσω της καταβολή του φόρου έπειθε για τη νομιμότητά τους, τους εξασφάλιζε τη δυνατότητα εκπροσώπησης μέσω του σπαχή και επέτρεπε τη συνέχιση της άσκησης κυριαρχίας και του πλουτισμού τους μέσω δραστηριοτήτων όπως η  ληστεία και η παροχή προστασίας σε υπήκοους πληθυσμούς. Ο Περραιβός μαρτυρεί ότι ο «σιπαχης της σολης» Μπεκίρ μπέης ήταν εγκατεστημένος στα Γιάννενα και πήγαινε στο Σούλι μια φορά το χρόνο για να συλλέξει το φόρο. Ακόμη, ότι ο Αλή πασάς  ο οποίος επιδίωκε να συγκεντρώσει στα χέρια του τις προσόδους όλων των μεγάλων γαιοκτημόνων της περιοχής για να αυξήσει τη δική του πολιτική ισχύ, προσπάθησε να εξαγοράσει από αυτόν έναντι υψηλού αντιτίμου το τιμαριωτικό δικαίωμα του Σουλίου και, ερχόμενος αντιμέτωπος με την επίμονη άρνησή του, τον θανάτωσε.

Γλώσσα

Σελίδα από το ημερολόγιο του Φώτου Τζαβέλα στα ΓΑΚ (1792-1793) .

Οι Σουλιώτες ήταν δίγλωσσοι και μιλούσαν ελληνικά και αρβανίτικα, ενώ έγραφαν μόνο στα ελληνικά. Στην περιοχή της Ηπείρου, η γραπτή επικοινωνία μεταξύ αλβανόφωνων, που ως επί το πλείστον ήξεραν να μιλούν ελληνικά και χρησιμοποιούσαν Έλληνες γραμματικούς, γινόταν στην ελληνική, όπως συμβαίνει π.χ. στην αλληλογραφία των μπέηδων με τον Αλή Πασά, ο Τίτος Γιοχάλας, που μελέτησε το ελληνο-αλβανικό λεξικό του Μάρκου Μπότσαρη παρατηρεί ότι το αλβανικό ιδίωμα του λεξικού ανήκει στην τοσκική διάλεκτο των Αλβανών, διασώζει πολλά αρχαϊκά γλωσσικά στοιχεία, όμοια με αυτά των ελληνο-αλβανικών κοινοτήτων της Κάτω Ιταλίας, και βρίσκεται πλησιέστερα στα αρβανίτικα που ομιλούνταν τη δεκαετία του 1960 στο χωριό Ανθούσα. Παρατηρώντας φαινόμενα ελληνικής σύνταξης σε αλβανικές φράσεις του λεξικού, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι είτε η μητρική γλώσσα του Μπότσαρη και των συνεργατών του ήταν η ελληνική είτε η επίδραση της ελληνικής στην αλβανική που μιλιόταν πιθανώς στην περιοχή του Σουλίου ήταν τόση ώστε να επηρεάσει πέρα από το λεξιλόγιο και τη σύνταξη της. Κατά τον Εμμανουήλ Γ. Πρωτοψάλτη οι Σουλιώτες είχαν ως μητρική γλώσσα την ελληνική της Βορείου Ηπείρου.

 

Πόλεμοι

Οι Οθωμανοί Τούρκοι προσπάθησαν επί πολλά χρόνια να κατακτήσουν τα εδάφη της συνομοσπονδίας των Σουλιωτών, όχι βέβαια για να επιβάλλουν φόρους σε μια τελείως άγονη περιοχή, όσο για να εξουδετερώσουν τους ανυπότακτους Σουλιώτες. Οι πρώτες συγκρούσεις μεταξύ Σουλιωτών και Οθωμανών (συμπεριλαμβανομένων Αλβανών μουσουλμάνων) άρχισαν, κατά την τοπική παράδοση, περίπου στα 1635, αν όχι νωρίτερα. Οι πρώτες όμως ιστορικές αναφορές για αντι-οθωμανική δράση των Σουλιωτών ανάγονται στην περίοδο του Ενετοτουρκκού πολέμου (1684-1699), όπου οι επιτυχίες των Ενετών δημιούργησαν αναστάτωση και έναν αναβρασμό σ΄ όλες τις νοτιοανατολικές περιοχές, από τη Δαλματία ως την Ήπειρο.

Πιο συγκεκριμένα:

  • To 1721 ο Χατζή Αχμέτ Πασάς των Ιωαννίνων, μετά την απόρριψη της πρότασής του για υποταγή των Σουλιωτών, πολιόρκησε το Σούλι με ισχυρή δύναμη (8.000 ανδρών) πλην όμως αναγκάσθηκε να υποχωρήσει μετά από αιφνιδιαστική νυκτερινή αντεπίθεση των Σουλιωτών όπου και είχε πολύ μεγάλες απώλειες.
  • Το 1731, κατ΄ άλλους το 1732, με υποκίνηση των Ενετών ξεσηκώθηκαν οι Σουλιώτες καθώς και οι κάτοικοι του χωριού Μαργαρίτι. Kατά διαταγή τότε του Σουλτάνου ακολούθησαν διάφορες εκστρατείες, τόσο από τον Χατζή Αχμέτ  όσο και από άλλους Μπέηδες και Αγάδες της περιοχής χωρίς όμως ουσιαστικό αποτέλεσμα.
  • Το 1754, ο Μουσταφά Πασάς, o νέος Πασάς των Ιωαννίνων, επιχειρεί και αυτός εκστρατεία που είχε την τύχη των προηγουμένων.
  • Στα επόμενα χρόνια ο Τουρκαλβανός Μουσταφά Κόκκα επιτέθηκε με 4.000 στρατιώτες και ο Μπεκίρ Πασάς με 5.000 στρατιώτες. Και οι δύο, ωστόσο, απέτυχαν να νικήσουν τους Σουλιώτες.
  • Το 1759 ο Ντόστ μπέης, του Γαρδικίου  και της Παραμυθιάς ο οποίος ήταν και διοικητής του Δέλβινου, νικήθηκε από τους Σουλιώτες.
  • To 1762, ο Μαξούντ Αγάς (ή Μαζούντ Αγάς) του Μαργαριτίου, που ήταν Βοεβόδας (κυβερνήτης) της Άρτας, είχε την ίδια μοίρα, μετά από ήττα που υπέστη στην περιοχή «Λάκκα» των Λελόβων καταφέρνοντας όμως να αποσπάσει τα γύρω χωριά της Λέλοβας  και Λακοπούλας.
  • Το 1772, ο Αγάς του Μαργαριτίου, Σουλεϊμάν Τσαπάρη ή Τζαπάρκα, επιτέθηκε στους Σουλιώτες με στρατό 8.000 – 9.000 ανδρών, που είχαν ξεσηκωθεί, όταν τον προηγούμενο φθινόπωρο (1771), κατά τη διάρκεια των Ορλωφικών τους είχε επισκεφθεί κάποιος απεσταλμένος των Ρώσων με γράμματα του Αλεξίου Ορλώφ καθώς και με αρκετά πολεμοφόδια. Η εκστρατεία αυτή όχι μόνο απέτυχε, όπως όλες οι προηγούμενες, αλλά και ο ίδιος ο Αγάς αχμαλωτίσθηκε, ενώ οι απώλειες σε νεκρούς και αιχμαλώτους Τούρκους υπήρξαν πολύ μεγάλες. Τελικά ο Αγάς και κάποιοι εκ των αιχμαλώτων απελευθερώθηκαν με λύτρα που στάλθηκαν από τα Ιωάννινα, και την Κωνσταντινούπολη ενώ κάποιοι άλλοι ανταλλάχθηκαν με υποσχέσεις ανεξαρτησίας.
  • Το 1775 ακολούθησε επιχείρηση του Κούρτ Πασά που έφτασε μέχρι την περιοχή της Ρουσάτσας, πλην όμως αναγκάσθηκε να υποχωρήσει. 

Επί Αλή Πασά

Αλή πασάς των Ιωαννίνων στη λίμνη του Βουθρωτού (Λεπτομέρεια πίνακα του Λουί Ντυπρέ).

Το 1788 ήδη Πασάς Ιωαννίνων είναι ο Αλή Πασάς. Οι δε πολεμικές συγκρούσεις που ακολούθησαν έγιναν εντονότερες και σφοδρότερες. Αιτία αυτών στάθηκε ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος (1787-1792), στην αρχή του οποίου, τον Σεπτέμβριο του 1788, φθάνει στο Σούλι, ο Λουίζης Σωτήρης, απεσταλμένος της Αυτοκράτειρας της Ρωσίας, Μεγάλης Αικατερίνης, προκειμένου να ξεσηκώσει σε επανάσταση τους Σουλιώτες. Έτσι τον Μάρτιο του 1789 ονομαστοί οπλαρχηγοί μεταξύ των οποίων οι Γιώργης ΜπότσαρηςΛάμπρος Τζαβέλας, Βέικος Ζάρμπας, Νικολός ΖέρβαςΔήμος Δράκος κ.ά. δηλώνουν εγγράφως προς την Αυτοκράτειρα, μέσω των απεσταλμένων της ότι είναι έτοιμοι να πολεμήσουν εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μαθαίνοντας ο Αλή Πασάς τα γεγονότα αυτά, αμέσως οργάνωσε την πρώτη εκστρατεία εναντίον των Σουλιωτών.

 

Πρώτος πόλεμος Αλή Πασά – Σουλιωτών (1789)

Έτσι τον ίδιο χρόνο, την άνοιξη του 1789, ο Αλή Πασάς εκστράτευσε κατά των Σουλιωτών με 10.000 Τουρκαλβανούς. Η εκστρατεία αυτή κράτησε τέσσερις μήνες, οι δε Σουλιώτες επέδειξαν μοναδική δύναμη αντίστασης και εξαιρετική πολεμική ικανότητα με συνέπεια η εκστρατεία αυτή να λήξει άδοξα. Αφ’ ετέρου, με νεότερα στοιχεία (έγγραφα της περιόδου εκείνης) που ήλθαν στο φως, φαίνεται ότι ο Αλή Πασάς τον Ιούλιο, μετά την υποχώρησή του, συνομολόγησε συνθήκη με τους Σουλιώτες όπου και ανέλαβε να καταβάλει μισθούς στους οπλαρχηγούς προκειμένου αυτοί ν΄ αναλάβουν την ασφάλεια της περιοχής, παίρνοντας όμως εχέγγυα πέντε παιδιά, (ομήρους), από τις οικογένειες των οπλαρχηγών.

Δεύτερος πόλεμος Αλή Πασά – Σουλιωτών (1792)

Το 1792 με τη λήξη του Ρωσοτουρκικού πολέμου, όπου και συνομολογήθηκε η Συνθήκη του Ιασίου, μεταξύ της Ρωσίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο Αλή Πασάς, προκειμένου να παγιώσει μια πλήρη ευνομούμενη κατάσταση στο πασαλίκι του, επιχείρησε δεύτερη εκστρατεία κατά των Σουλιωτών, με δύναμη 10.000 Τουλκαλβανών, που και αυτή υπήρξε ατυχής. Αν και είχε ομήρους (όπως τον Φώτο Τζαβέλλα που ήταν γιος του Λάμπρου Τζαβέλλα), οι Σουλιώτες αγωνίστηκαν θαρραλέα, κάτω από τη διοίκηση του Γεωργίου Μπότσαρη, του Λάμπρου Τζαβέλλα και του Δήμου Δράκου. Ακόμη και οι γυναίκες, υπό τη Μόσχω (σύζυγο του Λάμπρου Τζαβέλλα), συμμετείχαν στη μάχη. Σκοτώθηκαν 2.000 Τουρκαλβανοί και 74 Σουλιώτες.

Έτσι ανεπιτυχής υπήρξε και αυτή η εκστρατεία για την οποία σημείωνε ο Ενετός προνοητής (= αρμοστής) της Αγίας Μαύρας (Λευκάδας): «στα ορεινά καταφύγια που αποτελούν την άμυνα των Σουλιωτών, κατέρρευσεν η φιλαυτία του υπερηφάνου (Αλή) Πασά«. Ο δε Αριστοτέλης Βαλαωρίτης στο ποίημά του «Φυγή» περιγράφει ποιητικά ακριβώς αυτή την εκστρατεία μετά την οποία ο Αλή Πασάς αναγκάσθηκε να δεχθεί κάποιες προτάσεις των Σουλιωτών σχετικά με τη διοίκηση (μοίρασμα) της περιοχής.

Οι Σουλιώτες έπαιρναν όλες τις προμήθειές τους από την Πάργα, ενώ έλαβαν υποστήριξη από την Ευρώπη με τη Ρωσία και τη Γαλλία να τους παρέχουν τα απαραίτητα όπλα και πυρομαχικά. Για τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, οι Σουλιώτες ήταν όργανο για να αποδυναμώσουν την οθωμανική αυτοκρατορία. Όταν οι Βρεταννοί πολιτικοί άλλαξαν διαθέσεις απέναντι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, προκειμένου να ενισχύσουν τις δυνάμεις εναντίον του Ναπολέοντα, οι προμήθειες όπλων και πυρομαχικών διακόπηκαν. Χωρίς υποστήριξη από το εξωτερικό και με τους Σουλιώτες καταπονημένους από τη χρόνια πολιορκία, η ενότητα των γενών τους άρχισε πλέον να διασπάται.

Τρίτος πόλεμος Αλή Πασά – Σουλιωτών (1803)

Η 3η εκστρατεία του Αλή Πασά κατά των Σουλιωτών ξεκίνησε στην πραγματικότητα το 1800. Στο μεταξύ είχαν διαμορφωθεί οι ακόλουθες συνθήκες: οι Ενετοί είχαν ήδη απομακρυνθεί από την Επτάνησο και τη θέση τους είχαν πάρει οι Γάλλοι, από το 1797. Μετά όμως από την καταστροφή που υπέστησαν στη ναυμαχία του Αμπουκίρ το 1798 (στην Αίγυπτο), ο Αλή Πασάς άρχισε να γίνεται ο κυρίαρχος της περιοχής. Έτσι προκειμένου να προλάβει διείσδυση των Άγγλων στην περιοχή που τον ενδιέφερε, εκστράτευσε στην Ήπειρο αφού προηγουμένως είχε συμμετάσχει στην εκστρατεία κατά του Πασά του Βιδινίου Πασβάνογλου (1798), με διπλάσιο στρατό απ΄ ότι είχε ζητήσει ο Σουλτάνος, γεγονός που του είχε προσδώσει νέο κύρος στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Έτσι ο Αλή Πασάς εκστρατεύοντας το 1800 στη Ήπειρο και καταλαμβάνοντας το Βουθρωτό, την Ηγουμενίτσα, τη Βόνιτσα και την Πρέβεζα, ενίσχυσε τη θέση του στην περιοχή ενώ ταυτόχρονα εξασφάλισε τον έλεγχο των Σουλιωτών κάνοντας στενότερο τον αποκλεισμό τους. Παρόλα αυτά οι Σουλιώτες συγκεντρώθηκαν στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και αποφάσισαν ή να νικήσουν ή να πεθάνουν. Ήταν λιγότεροι από 2.000 οπλισμένοι. Οι κύριοι ηγέτες τους ήταν ο Φώτος Τζαβέλλας, ο Δήμος Δράκος, ο Τάσος Ζέρβας, ο Κουτσονίκας, ο Δαγκλής, ο Γιαννάκης Σέχος, ο Φωτομάρας, ο Βέικος Ζάρμπας[38], ο Τζαβάρας, ο Ζυγούρης Διαμάδης και ο Γιώργος Μπούζγος. Τέσσερα χρόνια κράτησε ο αγώνας τους. Οι Σουλιώτες κέρδιζαν όλες τις αποφασιστικές μάχες, όμως ο Αλή Πασάς έχτιζε κάστρα στα γειτονικά χωριά για μακροχρόνια πολιορκία. Οι Σουλιώτες έκαναν τότε εκκλήσεις για βοήθεια στη Γαλλία και τη Ρωσία, που όμως δεν τελεσφόρησαν. Επακολούθησαν και νέες μάχες πολύ πιο σκληρές, με τελευταία στις 7 Δεκεμβρίου γύρω από το Κούγκι και την Κιάφα που είχαν αποσυρθεί. Μένοντας όμως χωρίς τρόφιμα και πυρομαχικά αναγκάστηκαν τελικά να συνθηκολογήσουν.

Στις 12 Δεκεμβρίου του 1803 οι Σουλιώτες συνθηκολόγησαν και ο Αλή Πασάς υποσχέθηκε να τους αφήσει ελεύθερους με όλη την κινητή ιδιοκτησία τους, ακόμη και τα όπλα τους, φτάνει να εγκατέλειπαν μαζί με τις οικογένειές τους, το ταχύτερο, τα πατρώα εδάφη τους. Τέσσερις μέρες μετά, στις 16 Δεκεμβρίου οι Σουλιώτες χωρίζονται σε τρεις φάλαγγες οι οποίες αναχώρησαν για τις ακτές της Ηπείρου. Έτσι έληξε η 3η εκστρατεία η οποία και κατέστη τελικά νικηφόρα για τον Αλή Πασά μετά από τόσους αγώνες. Όταν οι Σουλιώτες έφυγαν, ένας γέρος μοναχός ο καλόγερος Σαμουήλ ταμπουρώθηκε με όσους έμειναν, σε ένα οχυρό μοναστήρι σε μια απόκρημνη βουνοκορφή στο Κούγκι αποκρούοντας τις ενισχύσεις του Αλή Πασά από το να πάρουν τα πολεμοφόδια. Στο τέλος, ο Σαμουήλ ανατίναξε την πυριτιδαποθήκη, τους εχθρούς και το μοναστήρι στον αέρα.

Οι Σουλιώτισσες
από Ary Scheffer (1827)

Η πρώτη φάλαγγα υπό τον Φώτο Τζαβέλλα και άλλους επικεφαλής των φαρών Δαγκλή, Βέικο Ζάρμπα, Δήμο Δράκο, Πανομάρα, έφθασε χωρίς καμία απώλεια στην Πάργα, που βρισκόταν υπό ρωσικό έλεγχο, και από εκεί πέρασε στην Κέρκυρα.

Η δεύτερη φάλαγγα υπό τους Κίτσο Μπότσαρη και Κουτσονίκα χτυπήθηκε στο Ζάλογγο, 16 Δεκεμβρίου του 1803, όπου και ακολούθησε απέλπιδα μάχη (στην οποία σκοτώθηκαν πολλοί Σουλιώτες ενώ περίπου 60 Σουλιώτισσες προτίμησαν, αντί την αιχμαλωσία, να γκρεμιστούν με τα παιδιά τους στο Ζάλογγο. Σήμερα έχει στηθεί στους βράχους του Zαλόγγου μνημείο, ως φόρος τιμής στο ακαταδάμαστο πνεύμα των γυναικών αυτών.

Η τρίτη φάλαγγα υπό τους Μποτσαραίους έφθασε στο Βουργαρέλι που ήταν το άντρο των Μποτσαραίων. Από εκεί αναχώρησαν τον Ιανουάριο, προς τα Άγραφα, φοβούμενοι παρασπονδία του Αλή Πασά, όπου και εγκαταστάθηκαν γύρω από τη Μονή Σέλτσου. Τελικά στις 4 Απριλίου (1804) οι Τούρκοι περικυκλώνουν την περιοχή και ακολουθεί η περίφημη μάχη του Σέλτσου κατά την οποία πολλοί Σουλιώτες σφαγιάστηκαν και περισσότερες από 200 Σουλιώτισσες ακολούθησαν το παράδειγμα εκείνων του Ζαλόγγου.

Στα Επτάνησα

Σουλιώτης στην Κέρκυρα (Λουί Ντυπρέ, 1827).

Πολλοί Σουλιώτες της 1ης κυρίως φάλαγγας εισήλθαν στην υπηρεσία των Ρώσων στην Κέρκυρα, όπου αποτέλεσαν ένα σημαντικό κομμάτι της λεγεώνας των ελαφρών τυφεκιοφόρων. Αυτό ήταν ένα σύνταγμα ατάκτων στρατιωτών, που οργανώθηκε από τους Ρώσους και συστάθηκε από πρόσφυγες των ηπειρωτικών χωρών. Δεν περιέλαβε μόνο Σουλιώτες, αλλά και Χειμαριώτες, Μανιάτεςκλέφτες και αρματωλούς. Οι Σουλιώτες συμμετείχαν στις εκστρατείες στη Νάπολη το 1805, την Τένεδο το 1806, τη Δαλματία το 1806 και κατά τη διάρκεια της υπεράσπισης της Λευκάδας το 1807.

Με τη Συνθήκη του Τίλσιτ το 1807 και την ύφεση μεταξύ της Ρωσίας και της Γαλλίας, οι ρωσικές δυνάμεις αποσύρθηκαν από τα Επτάνησα και τα κατέλαβαν οι Γάλλοι. Οι Σουλιώτες και άλλα τμήματα των ρωσικών μονάδων εισήλθαν στην υπηρεσία των Γάλλων, σε μια μονάδα γνωστή ως «Αλβανικό Σύνταγμα» (Régiment Albanais). Κατά τη διάρκεια της αγγλογαλλικής διένεξης, μεταξύ 1810 και 1814, οι Σουλιώτες, ευρισκόμενοι στη γαλλική υπηρεσία, αντιμετώπισαν άλλους Έλληνες πρόσφυγες, που είχαν οργανωθεί από τους Βρετανούς σε ελαφρύ σύνταγμα πεζικού. Με δεδομένο ότι οι Σουλιώτες εγκαταστάθηκαν ως φρουρά στην Κέρκυρα, η οποία παρέμεινε υπό γαλλικό έλεγχο μέχρι το 1814, πολύ λίγοι εντάχθηκαν στην υπηρεσία των Βρεταννών.

Επιστροφή στα πάτρια

Ο θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη στο Κεφαλόφρυσο το 1823 σε πίνακα του Ντελακρουά.

Όταν υπήρξαν σαφή σημάδια επικείμενης εξέγερσης εναντίον των Τούρκων, ο Αλή Πασάς θεώρησε κατάλληλη τη στιγμή για να καταστήσει την Ήπειρο ανεξάρτητο κράτος. Το 1820, ζήτησε από τους Σουλιώτες βοήθεια και αυτοί επέστρεψαν στην ηπειρωτική χώρα, για να υποστηρίξουν τον προηγούμενο εχθρό τους εναντίον του Σουλτάνου. Εντούτοις, τα σχέδια του Αλή απέτυχαν και αυτός σκοτώθηκε, ενώ οι Τούρκοι κατέλαβαν τα Ιωάννινα. Οι Σουλιώτες στήριξαν τελικά την Ελληνική Επανάσταση, που άρχισε τον Μάρτιο του 1821. Οι ηγέτες των Σουλιωτών, Μάρκος Μπότσαρης και Κίτσος ΤζαβέλλαςΛάμπρος Βέικος έγιναν γνωστοί στρατηγοί κατά την Επανάσταση και πολλοί Σουλιώτες έχασαν τις ζωές τους υπερασπιζόμενοι το Μεσολόγγι. Ο Λόρδος Βύρων, ένας από τους πιο γνωστούς Ευρωπαίους εθελοντές φιλέλληνες και διοικητής του ελληνικού στρατού στη Δυτική Ελλάδα, προσπάθησε να οργανώσει τους Σουλιώτες σε τακτικό στρατό. Έγγραφο του Κίτσου Τζαβέλα προς την Γ’Εθνοσυνέλευση, με ημερομηνία 24 Μαρτίου 1827, τονίζει τις θυσίες των Σουλιωτών για την «κοινή πατρίδα».[39]

Έως το 1909 οι Τούρκοι διατήρησαν στρατιωτική βάση στο φρούριο της Κιάφας. Τελικά, το 1913, κατά τη διάρκεια των βαλκανικών πολέμων, ο ελληνικός στρατός απελευθέρωσε ολόκληρη τη νότια Ήπειρο.

Πηγή wikipedia




Σχολιάστε