ΜΑΤΙ: Έγκλημα χωρίς τιμωρία -Τρία χρόνια μετά … μόνο λόγια και λήθη

Μία από τις πιο τραγικές ημέρες στις σελίδες της σύγχρονης Ελλάδας, όπου μία ολόκληρη περιοχή λίγο έξω από το κέντρο της Αθήνας χάθηκε στις φλόγες. Ζώα, δάση, σπίτια, αυτοκίνητα… Αλλά κυρίως 102 ανθρώπινες ζωές χάθηκαν στις πύρινες γλώσσες, βυθίζοντας στον θρήνο και το πένθος το Πανελλήνιο.

Τρία χρόνια συμπληρώνονται από την τραγωδία στο Μάτι, και οι κάτοικοι του ακόμη μετρούν τις πληγές τους. Ελάχιστα έγιναν από όσα υποσχέθηκαν οι αρχές. Μια μακρόσυρτη διαδικασία απόδοσης ευθυνών, ούτε ένα συγνώμη από τους ηθικούς αυτουργούς, μια ατέρμονη πολιτική αντιπαράθεση και έργα αποκατάστασης της περιοχής που δεν έγιναν. Ακόμη στους δρόμους μπορεί να διακρίνεις τα σημάδια από την ανείπωτη τραγωδία.

Οι ευθύνες των αρχών τεράστιες. Πυροσβεστικό Σώμα, Αστυνομία, Πολιτική Προστασία, Περιφέρεια Αττικής και πολιτική ηγεσία. Αδράνεια και εγκληματική αμέλεια. Τίποτα δεν θα είχε συμβεί αν οι υπεύθυνοι για την διαχείριση της πυρκαγιάς έκαναν σωστά την δουλειά τους. Όπως ο σημερινός Αρχηγός του ΠΣ , που επιβραβεύτηκε αν και είχε κομβικό ρόλο στον επιχειρησιακό σχεδιασμό και στην διαχείριση τα κρίσιμα λεπτά.

Μάτι, 23 Ιουλίου 2018 – Το χρονικό μιας ανείπωτης τραγωδίας

Γύρω στις 12 το μεσημέρι της Δευτέρας 23 Ιουλίου, μεγάλη φωτιά ξεσπάει στη θέση «Αέρας» στα Γεράνεια Όρη, πάνω από την Κινέτα. Όσο περνάει η ώρα και ο άνεμος δυναμώνει η φωτιά αποκτά μεγαλύτερες διαστάσεις, επεκτείνεται και οι πυροσβεστικές δυνάμεις ενισχύονται ώστε να συνδράμουν περισσότερο στην κατάσβεση της. Λίγες ώρες μετά, δίνεται εντολή να εκκενωθούν οι οικισμοί Γαλήνη, Πανόραμα 1 και Πανόραμα 2 μιας και η φωτιά γίνεται απειλητική.

Το ρολόι δείχνει πέντε πάρα δέκα το απόγευμα και ο θυρωρός του Λύρειου Ιδρύματος παρακολουθεί στην τηλεόραση τις φωτιές στην Κινέτα, χωρίς να ανησυχεί ιδιαίτερα, μέχρι τη στιγμή που ο ήχος του πρώτου καναντέρ που επιχειρεί στην Καλλιτεχνούπολη φτάνει στα αυτιά του. Από εκεί και πέρα όλα πήγαν πολύ γρήγορα. Ο εφιάλτης εκείνης της ημέρας είχε μόλις ξεκινήσει και κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί τι επρόκειτο να ακολουθήσει. Τα πρώτα εναέρια μέσα κάνουν την εμφάνισή τους και υδροφόρες από τις γύρω περιοχές αρχίζουν να κατευθύνονται προς την Πεντέλη. Οι κατασκηνώσεις στον Άγιο Ανδρέα εκκενώνονται και 1.400 παιδιά απομακρύνονται μέσω της λεωφόρου Διονύσου. Η ένταση και η ταχύτητα του αέρα δεν μπορούσε να περιγραφεί, καθώς «όχι μόνο ήταν δυνατός αλλά θύμιζε τυφώνα». Στο Λύρειο πρόλαβαν να εκκενώσουν το Γηροκομείο το οποίο σε λίγη ώρα θα παραδιδόταν στις φλόγες.

Μέσα σε περίπου 40 λεπτά η φωτιά φτάνει στον οικισμό του Νέου Βουτζά. Η Έλενα Αργυροπούλου, βρισκόταν στην είσοδο του Νέου Βουτζά. Είδε αυτή την εικόνα αλλά δεν πίστεψε ότι αρκούσε μόνο μισή ώρα για να φτάσει η φωτιά στη λεωφόρο Μαραθώνος. «Όταν πήγα στον Βουτζά για να δούμε πού ήταν η φωτιά, δεν μπορούσες να δεις από την κάπνα, παρότι ήταν μακριά. Το έβλεπα σε μεγάλη απόσταση που υπήρχαν βουναλάκια και έλεγα ότι μέχρι να τα περάσει όλα αυτά θα πρέπει να κάψει όλα τα σπίτια που ήταν μπροστά μας , αποκλείεται να φτάσει στην πλευρά μας. Και όμως πέρασε όλα τα σπίτια σε μισή ώρα και έφτασε μέχρι το σπίτι στη δεύτερη είσοδο. Δηλαδή τι απόσταση είναι από το Λύρειο μέχρι εκεί», λέει στο ΑΠΕ η κ. Αργυροπούλου.

Η φωτιά σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά της και μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα κατεβαίνει γρήγορα προς τα κάτω. Το χειρότερο σενάριο που οι πυροσβεστικές δυνάμεις απεύχονταν να πραγματοποιηθεί φαίνεται πως αργά ή γρήγορα θα πάρει σάρκα και οστά, και η πύρινη λαίλαπα θα περάσει τη λεωφόρο Μαραθώνος. Οι πυροσβέστες στην περιοχή δυσκολεύονται να προσδιορίσουν πού πρέπει να αναπτυχθούν. Οι καπνοί σιγά – σιγά πυκνώνουν επικίνδυνα κάνοντας την ατμόσφαιρα απίστευτα αποπνικτική.

Ο φωτορεπόρτερ του Αθηναϊκού/Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων Αλέξανδρος Βλάχος φτάνει σε έναν λόφο περίπου στη μέση του οικισμού του Νέου Βουτζά.

«Έφτασα περίπου στις έξι παρά δέκα στο σημείο και είδα όλο τον λόφο να έχει αρπάξει φωτιά. Υπήρχαν στο σημείο δυο τρεις κάτοικοι των σπιτιών τριγύρω, που με λάστιχα στα χέρια από τα σπίτια τους προσπαθούσαν να σβήσουν τις μικρές εστίες που υπήρχαν εδώ πέρα στον δρόμο. Ξεκίνησα να τραβάω έξι παρά δέκα. Εκείνη τη στιγμή φαινόταν η κατάσταση να έχει ηρεμήσει. Δεν υπήρχαν τεράστιες φλόγες εδώ σε αυτό το σημείο. Και έτσι αποφάσισα να πάω πιο κάτω».

Η ένταση του ανέμου και κυρίως η συμπεριφορά του με τις συνεχείς αλλαγές κατεύθυνσης, θα δυσκολέψει πολύ την κατάσταση στην περιοχή.

«Κατεβαίνοντας προς τα κάτω, έφτασα στο επόμενο σημείο που ουσιαστικά ήταν μέσα στη ρεματιά και εκεί πέρα οι φλόγες ήταν τεράστιες, έφταναν πάρα πολύ ψηλά. Πρέπει να έφτανε πάνω από 15 μέτρα η φλόγα», εξηγεί ο κ. Βλάχος.

Ο αέρας ήταν τόσο δυνατός που «έβλεπες τον καπνό να τον τραβά προς τα κάτω, να σέρνεται παράλληλα με τον δρόμο. Κι αυτό ήταν το τρομακτικό. Αργότερα όταν επιχείρησα να πάω προς τη Μαραθώνος δεν μπορούσα να αναπνεύσω», περιγράφει.

Ο φωτορεπόρτερ του ΑΠΕ, ξαφνικά βρίσκεται μέσα σε πυκνούς καπνούς που, όπως λέει, έκαναν αδύνατη την οπτική πλέον δυνατότητα αλλά και τον δυσκόλευαν στην αναπνοή. Αναγκάζεται να αφήσει το μηχανάκι του και να φύγει με περαστικό αυτοκίνητο προς τη Νέα Μάκρη. «Κάποια στιγμή δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Άφησα το μηχανάκι πάνω στη Μαραθώνος και ζήτησα βοήθεια από ΙΧ», λέει.

Ο πανικός ξεκινά όταν η φωτιά θα γίνει ανεξέλεγκτη κοντά στη λεωφόρο Μαραθώνας. Οι προσπάθειες κατάσβεσης δείχνουν να μην επαρκούν. Λίγο μετά τις 6 το απόγευμα η φωτιά διασχίζει τη Λ. Μαραθώνος και ξεφεύγει προς το Κόκκινο Λιμανάκι και το Μάτι.

Σύμφωνα με την κ. Αργυροπούλου, εκείνη τη στιγμή, έβλεπε ανθρώπους να τρέχουν και να φωνάζουν ότι η φωτιά βρίσκεται στα 50 μέτρα. Όπως καταδεικνύουν οι συγκλονιστικές περιγραφές όσων «έζησαν το Μάτι», η μάχη με τη φωτιά έμοιαζε σαν ένας λαβύρινθος που έπρεπε να βρουν την έξοδο ώστε να καταφέρουν να σωθούν. «Πάω να φύγω από το σπίτι και βλέπω τη φωτιά μπροστά μου. Δεν καταλαβαίνεις τι ήταν αυτό και από πού σου χει έρθει. Όλοι σε έστελναν προς την παραλία», εξηγεί.

Τη δική του μαρτυρία για τα γεγονότα της 23ης Ιουλίου «καταθέτει» στο ΑΠΕ ο Πέτρος Φράγκος, εκπρόσωπος της επιτροπής πληγέντων στο Κόκκινο Λιμανάκι. «Φτάνοντας είδα αυτές τις τεράστιες φλόγες να ξεπηδούν μέσα από τον οικισμό και να καίνε ολοκληρωτικά τα σπίτια. Μπήκα σε μία ακτίνα γύρω στα 150 μέτρα με δυνατή φωτιά. Κατευθύνθηκα προς το σπίτι μου είδα το αυτοκίνητό μου να καίγεται. Δεν έδωσα σημασία σε αυτό αλλά στο εξοχικό των γονιών μου. Ταυτόχρονα έβλεπα πολλά σπίτια στον οικισμό να φλέγονται. Η πυροσβεστική είχε αποκοπεί στη λεωφόρο Μαραθώνος , δεν μπόρεσε να εμπλακεί σε αυτό το σημείο εδώ στο Κόκκινο Λιμανάκι ούτε στο Μάτι. Έμεινε μόνο ένα πυροσβεστικό όχημα που ήταν το τελευταίο στην οδό Δημοκρατίας το οποίο όταν αποχώρησε και αυτό δεν υπήρχε κανένα πυροσβεστικό όχημα μέσα στο Κόκκινο Λιμανάκι μέχρι τις 3 τα ξημερώματα που άρχισαν να μπαίνουν τα πρώτα αυτοκίνητα. Βλέπαμε σπίτια να καίγονται και δεν ξέραμε αν μέσα σε αυτά τα σπίτια υπήρχαν άνθρωποι. Στο πέρασμα της μιας ώρας άρχισαν οι φλόγες να καταλαγιάζουν. Ήμασταν οι πρώτοι αυτόπτες μάρτυρες της περιοχής», λέει ο κ. Φράγκος.

Πριν τις 7 το απόγευμα η φωτιά έχει ήδη φτάσει στις παραλίες. Οι εικόνες με τους ανθρώπους που στέκονται στην Αργυρά Ακτή στο Μάτι κάνει το γύρο του κόσμου. Άλλοι έχουν μπει μέσα στη θάλασσα, άλλοι κάθονται απ’ έξω, κρατώντας την αναπνοή τους με τα πρόσωπά τους να έχουν μουντζουρωθεί από τις στάχτες, ανήμποροι να αντιδράσουν σε αυτό το πρωτοφανές φαινόμενο που έμοιαζε σαν σκηνή από ταινία. Τα αποκαΐδια τραυματίζουν σοβαρά πολλά άτομα που μεταφέρονται με εγκαύματα στα νοσοκομεία. Αρκετοί δεν τα καταφέρνουν. Άλλοι εντοπίζονται πνιγμένοι. Σκάφη και καΐκια ψαράδων κινητοποιούνται ώστε να συμβάλλουν στη διάσωση όσων βρίσκονται στη θάλασσα.

Ένας από αυτούς είναι ο Γιάννης Ρήγος, ιδιοκτήτης επιχείρησης καυσίμων στο Πικέρμι. Ο κ. Ρήγος εκείνη την ημέρα επέστρεφε με την οικογένειά του από το Μαρμάρι Ευβοίας στη Ραφήνα. Ταξίδευαν με το προσωπικό του σκάφος όταν από την Εύβοια άρχισε να διακρίνει τη φωτιά.

«Είδαμε μία εστία φωτιάς που είχε ξεκινήσει πάνω από την Καλλιτεχνούπολη, μία εστία η οποία άρχισε να μεγαλώνει. Φτάνοντας στη Ραφήνα, κατέβασα την οικογένειά μου. Ήρθαν από το Λιμεναρχείο και με παρακάλεσαν να δούμε τι γίνεται στις παραλίες γιατί είχαν ενημερωθεί ότι είχε κατέβει κόσμος. Ξεκινήσαμε να δούμε τι γίνεται. Φτάσαμε στο πρώτο σημείο εκεί βρήκαμε έναν άνθρωπο καμένο στο σώμα του και με προσπάθεια τον ανεβάσαμε πάνω . Βγήκαμε έξω, τον κατεβάσαμε στο λιμάνι. Ξαναγυρίσαμε πίσω. Στη συνέχεια βρήκαμε και άλλο κόσμο, τους βγάλαμε στο λιμάνι και ξαναγυρίσαμε πάλι πίσω. Στην τρίτη διαδρομή μάς ειδοποίησαν ότι υπάρχει ένα νεκρό παιδάκι. Ήταν ένα κοριτσάκι, το οποίο λόγω της φωτιάς, όπως έτρεχε, έπεσε από τον γκρεμό κάτω και δυστυχώς σκοτώθηκε. Το φορτώσαμε στο σκάφος με τη βοήθεια ενός πιο μικρού σκάφους Το βγάλαμε στο λιμάνι της Ραφήνας και συνεχίσαμε την ίδια διαδικασία. Άρχισε να σκοτεινιάζει, πυκνοί καπνοί. Δεν βλέπαμε τίποτα, πηγαίναμε αρκετά σιγά γιατί υπήρχε κίνδυνος να χτυπήσουμε ανθρώπους μέσα στη θάλασσα, δεν φαίνονταν. Είχε νυχτώσει πλέον. Φωνάζαμε και όταν ακούγαμε κάποιες φωνές πηγαίναμε και μαζεύαμε κόσμο. Αυτό γινόταν μέχρι τα ξημερώματα. Είχαν έρθει και άλλα σκάφη μετά τη δική μας την παρέμβαση», εξηγεί ο κ. Ρήγος.

Ο κ. Ρήγος που γνωρίζει αρκετά καλά την περιοχή τονίζει ότι «δεν υπήρχε τρόπος διαφυγής προς τη θάλασσα». Εκείνη την ημέρα έκανε περίπου 15 διαδρομές καταφέρνοντας να βγάλει από το Μάτι 150 άτομα.

«Ο κόσμος ήταν σε κατάσταση σοκ. Άπλωναν τα χέρια να τους βοηθήσουμε. Ήταν αδιανόητο αυτό που ζούσαμε. Προσπαθούσαμε να τους πείσουμε να έρθουν μαζί μας να τους πάμε σε ένα ασφαλές μέρος και να δούμε μετά τι περισσότερο μπορεί να γίνει. Κόσμος κολύμπαγε στη θάλασσα, ό,τι μπορούσαν να διασώσουν το έπαιρναν μαζί τους», περιγράφει στο ΑΠΕ. Το σκάφος του είχε χωρητικότητα για 12 άτομα ωστόσο εκείνη την ημέρα σε δρομολόγιο έφτασε να μεταφέρει 22 άτομα μέσα . «Δεν μπορούσες να αφήσεις κάποιον και να μετράς άτομα. Μέχρι τις 3μιση, 4 το πρωί βγάζαμε κόσμο έξω», εξηγεί.

Οι ώρες περνούν και οι πληροφορίες έρχονται συγκεχυμένες. Κανείς δεν γνωρίζει αν υπάρχουν θύματα και πόσα είναι. Το φως της ημέρας είναι εκείνο που θα αποκαλύψει το μέγεθος της απερίγραπτης καταστροφής.

Μάτι: Η επόμενη μέρα

Η νύχτα αποδεικνύεται μεγάλη και πολύ δύσκολη. Η μέρα ωστόσο δείχνει την αλήθεια. Οι λέξεις φαντάζουν μικρές αλλά οι εικόνες πολύ μεγάλες. Οι απώλειες από αυτή την τραγωδία τεράστιες με ολόκληρες οικογένειες να ξεκληρίζονται. Αυτοκίνητα καμένα πάνω στη λεωφόρο Ποσειδώνος το ένα πίσω από το άλλο, σε αντίθετες κατευθύνσεις, με ανοιχτές τις πόρτες, φανερώνουν το χάος που επικράτησε εκείνες τις ώρες. Άνθρωποι έτρεχαν πανικόβλητοι προς την παραλία μήπως καταφέρουν και σωθούν από τη φωτιά. Απανθρακωμένα πτώματα, καμένα αυτοκίνητα, κατεστραμμένα σπίτια και καταστήματα, στάχτες, αποκαΐδια, λαμαρίνες από τα αυτοκίνητα και σπασμένα γυαλιά συνέθεταν το σκηνικό της επόμενης μέρας. Κρανίου τόπος, λες και δεν υπήρξε ποτέ αυτή η περιοχή. Θλίψη, θυμός και ένα γιατί. Τις επόμενες μέρες θρηνούσε όλη η χώρα….

Από το Κόκκινο Λιμανάκι ως τον Άγιο Αντρέα και ειδικά στο Μάτι βλέπει κανείς μάντρες ιδιόκτητων σπιτιών και ξενοδοχείων. Όχι τη θάλασσα. Η πρόσβαση σε παραλίες για όσους δεν γνωρίζουν την περιοχή είναι δύσκολη.

Το μεγαλύτερο δράμα γράφτηκε μέσα σε ένα οικόπεδο στην οδό Δημοκρατίας, εκεί που βρέθηκαν 26 απανθρακωμένοι άνθρωποι οι περισσότεροι από αυτούς σφιχταγκαλιασμένοι. Αναζητούσαν  μία πρόσβαση προς τη θάλασσα μία πόρτα, ωστόσο μέσα στον πανικό και τους καπνούς αυτό ήταν ιδιαίτερα δύσκολο. Τα στενά περάσματα, οι καπνοί, δέντρα στη μέση των περασμάτων και η πίεση εκείνης της στιγμής είναι κάποιοι από τους λόγους που συνετέλεσαν στην εξέλιξη αυτού του δράματος.

Ο κ. Φράγκος προσπαθώντας να περιγράψει τι συνέβη εκείνες τις ώρες εξηγεί: «Δεν δόθηκε εντολή εκκένωσης για τον οικισμό. Έγινε εκτροπή της κυκλοφορίας από την λεωφόρο Μαραθώνος προς το παραλιακό μέτωπο σε συνδυασμό με τα δύο πλοία που ήρθαν στη Ραφήνα και αποβίβασαν εκατοντάδες αυτοκίνητα επειδή ήταν κλεισμένη η Μαραθώνος κατηύθυναν αυτά τα αυτοκίνητα στο παραλιακό μέτωπο. Όπως καταλαβαίνετε αυτό έφερε ασφυξία δημιούργησε μποτιλιάρισμα, οι φλόγες έφτασαν , οι κάτοικοι δεν έβλεπαν από τον καπνό επιχείρησαν να κατέβουν από την κάθοδο της οδού Πάρου , υπήρχε ένα δέντρο στη μέση της οδού Πάρου, δεν μπορούσαν να κατέβουν στην παραλία. Εδώ είναι τεράστιες οι ευθύνες του δασαρχείου γιατί δεν είχε κόψει το δέντρο αυτό και εμπόδιζε την πρόσβαση στην παραλία και κατευθύνθηκαν οι κάτοικοι στο συγκεκριμένο οικόπεδο. Από την ώρα που κατευθύνθηκαν στο συγκεκριμένο οικόπεδο η πρώτη ομάδα 47 στον αριθμό σώνεται, βοηθούμενοι από τους ιδιοκτήτες του οικοπέδου και σε δεύτερη φάση έχουμε τη δεύτερη ομάδα η οποία τρέχει, καθώς από πίσω τους έτρεχε η φλόγα, αγνοώντας όμως ότι τους έρχεται η φωτιά από το παραλιακό μέτωπο. Ήταν η λεγόμενη φλόγα που ήρθε από το ρέμα η οποία τους έκλεισε μέσα στο οικόπεδο και αυτός ήταν ο λόγος που κάηκαν. Τα περισσότερα άτομα από την ομάδα αυτή ήταν προσωπικοί μου φίλοι».

«Υπήρχαν στενοί δρόμοι που δεν χωράνε δύο αυτοκίνητα. Όταν λοιπόν κατέβηκαν όλα τα αυτοκίνητα οι κάτοικοι εγκλωβίστηκαν μέσα σε αυτό το κομμάτι. Ήταν τόσο υψηλές οι θερμοκρασίες που άρχισαν να παίρνουν φωτιά. Εγκλωβίστηκαν μέσα στα αυτοκίνητά τους και κάηκε ο κόσμος, δεν είχαν προς τα πού να φύγουν. Ο κόσμος θα έπρεπε να είχε εκπαιδευτεί γι αυτό, ούτως ώστε να ξέρει πώς να αντιμετωπίσει μία κατάσταση. Έπρεπε να υπήρχε μία ενημέρωση», συμπληρώνει στο ΑΠΕ ο κ. Ρήγος.

Ύψωσε τα χέρια στον ουρανό και φώναξε «Θεέ μου, συγχώρεσέ με…»

Η συγκλονιστική περιγραφή της κόρης του ιερέα Σπυρίδωνα Παπαποστόλου, που έχασε τη ζωή του στη θάλασσα, ανάμεσα σε καύτρες που πετούσαν και αγριεμένα κύματα.

«Η μητέρα μου έπινε αρκετό νερό και έβαζε το δάχτυλο ώστε να προκαλέσει εμετό. Ο πατέρας μου προσπαθούσε και εκείνος και έφτυνε το νερό. Έπινα και εγώ πολύ νερό. Ένιωσα τις δυνάμεις μου να με εγκαταλείπουν. Τα κύματα ερχόντουσαν από όλες τις κατευθύνσεις και η πορεία του καπνού άλλαζε και δεν μπορούσαμε να προσανατολιστούμε. Ο πατέρας μου έκανε έναν λευκό εμετό και έφτυσε νερό και στη συνέχεια έκανε και κίτρινο εμετό. Ύστερα από λίγο σήκωσε τα χέρια του στον ουρανό και φώναξε: «Θεέ μου, συγχώρεσέ με» και ύστερα γύρισε προς τη μητέρα μου και είπε «σας ευχαριστώ για ό,τι κάνατε για μένα και σε όλους…», σταμάτησε να μιλάει και άρχισε ρόγχο. Προσπαθούσα να τον σηκώσω όσο γίνεται πιο ψηλά στην επιφάνεια. Ύστερα από λίγο μου είπε η μητέρα μου πως χάσαμε τον πατέρα και γύρισα, τον είδα και του έκλεισα τα μάτια».

«Έβρεχα το κεφαλάκι της γιαγιάς»

«Το απόγευμα κατά τις πέντε παρά κάναμε μπάνιο με τη γιαγιά. Από τη θάλασσα είδαμε ένα σύννεφο καπνού. Είπα στη γιαγιά μου ότι αυτό δεν μου αρέσει καθόλου και να φύγουμε», θυμάται η 13χρονη Ειρήνη Τσούτσουρα, εγγονή της Βασιλικής Παλιούρα που χάθηκε στη θάλασσα.

«Γυρίσαμε σπίτι. (…) Είχε πολύ καπνό και τρέξαμε στη θάλασσα. Μετά μπήκαμε μέσα μέχρι τη μέση γιατί έπεσε φλεγόμενη η τέντα από το Cavo και μας έκαιγε τα μαλλιά. Η γιαγιά που -ξέρεις- δε βουτάει το κεφάλι της μέσα στη θάλασσα, της το έβρεχα εγώ το κεφαλάκι για να μη καεί. . (…) Οι καπνοί μας έπνιγαν. Καιγόταν το πεύκο έξω κι έπεσε μέσα στην παραλία. . (…) Όταν μας πήρε η θάλασσα ήμασταν μαζί με τη γιαγιά πριν να σουρουπώσει. Κάποια στιγμή δεν έβλεπα το κεφαλάκι της γιαγιάς. Έμεινα μόνη μου. Δεν έβλεπα τίποτα. Ακολουθούσα τη μυρωδιά του καπνού. . (…) Με βρήκαν και με μάζεψαν σε μια μικρή βάρκα μετά σε μια μεγάλη. Δεν ξέρω πού είναι η γιαγιά, κάποια στιγμή δεν την έβλεπα πια».

«Δεν θα αντέξω μαμά…»

Η Αθηνά Μουτάφη έχασε το γιο της και μια φίλη της, ενώ για περίπου 5 ώρες κολυμπούσαν για να σωθούν. «Μετά από δύο ώρες (σ.σ.: στη θάλασσα), η φίλη μου είπε «…να πεις στα παιδιά μου ότι τα αγαπώ» και αφού με απομάκρυνε κατέληξε. Οι συνθήκες στη θάλασσα καθ’ όλη τη διάρκεια ήταν δυσμενείς με έντονο κυματισμό και ρεύματα. Μετά από περίπου μία ώρα από το θάνατο της φίλης μου, ο γιος μου άρχισε να παραπονιέται για έντονη δυσφορία, κράμπες και ότι δεν έβλεπε, ενώ κάποιες στιγμές μου έλεγε “δεν θα αντέξω μαμά”, ενώ λίγο αργότερα κατέληξε στα χέρια μου», περιέγραψε. Η μάρτυρας, τέλος, υποστηρίζει ότι «περίπου στις 18:15 που φύγαμε από το σπίτι, η φίλη μου επικοινώνησε με το Δήμο Ραφήνας όπου κάποιος που σήκωσε το τηλέφωνο, πιθανόν υπάλληλος, της είπε: «Δεν γνωρίζουμε κάτι, εμείς μαζεύουμε και εγκαταλείπουμε».

Ο πυροσβέστης που έχασε γυναίκα και μωρό

Ο Ανδρέας Δημητρίου επιχειρούσε στη φωτιά, όταν ένας συνάδελφός του τον ειδοποιεί στις 18.20 ότι η φωτιά κατευθύνεται προς το Μάτι. Αμέσως την ειδοποίησε να πάρει το μωρό και να φύγει από το σπίτι. «…Βρήκα τη σύζυγό μου να είναι εγκαυματίας, καθισμένη στην παραλία και τον υιό μου, τον οποίο είχαν στα χέρια τους δύο άτομα και προσπαθούσαν να του παράσχουν τις πρώτες βοήθειες. Πήρα τη γυναίκα μου αγκαλιά και προσπάθησα να τη μεταφέρω στο αυτοκίνητό μου και μαζί μας ήρθαν και τα δύο άτομα με τον υιό μου. Μόλις έφτασα στο δρόμο είδα ένα εθελοντικό πυροσβεστικό όχημα και τους είπα να μεταφέρουν τον υιό μου στο Νοσοκομείο Παίδων. Τη γυναίκα μου την παρέλαβε διερχόμενο ασθενοφόρο. Εγώ ακολούθησα τον υιό μου στο νοσοκομείο και με ενημέρωσαν οι γιατροί ότι είχε αποβιώσει. Η σύζυγός μου νοσηλεύτηκε στη ΜΕΘ στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός για 12 περίπου μέρες και έπειτα απεβίωσε».

 

 




Σχολιάστε