Ανδρέας Δημητρόπουλος: «Συνταγματικές Παραβάσεις μετά την διάλυση του Κυβερνητικού Συνασπισμού»

1- Η διάλυση του κυβερνητικού συνασπισμού αναγκαία ενεργοποιεί βασικές συνταγματικές διαδικασίες, οι οποίες όπως δείχνει η εφαρμογή τους δεν έχουν γίνει απόλυτα κατανοητές.

  • α. Το Σύνταγμα απαγορεύει κυβέρνηση μειοψηφίας και κατοχυρώνει την αρχή της δεδηλωμένης πλειοψηφίας. Αυτό ακριβώς σημαίνει ότι η κυβέρνηση πρέπει κάθε στιγμή να διαθέτει πλειοψηφία καθαρή, ορατή, αναμφισβήτητη. Σύμφωνα με το ισχύον Σύνταγμα ψήφος εμπιστοσύνης της Βουλής δεν επιτρέπεται να ζητείται από κυβέρνηση μειοψηφίας παρά μόνον από κυβέρνηση που διαθέτει την δεδηλωμένη.
  • β. Οι προβλεπόμενες συνταγματικές διαδικασίες (Άρθρ. 37, 38, 84 Σ) εφαρμόζονται είτε αμέσως μετά τις εκλογές είτε κατά την διάρκεια της βουλευτικής περιόδου μετά από ανακατατάξεις των κοινοβουλευτικών δυνάμεων, της πλειοψηφίας και της μειοψηφίας στη Βουλή).

2- Οι συνταγματικές αυτές διαδικασίες δεν μπορεί να συντελούνται ερήμην του Προέδρου της Δημοκρατίας, στον οποίο επιφυλάσσει εν προκειμένω ο συντακτικός νομοθέτης σημαντικό ρόλο ως ρυθμιστή του πολιτεύματος. γ)  Η όλη ρύθμιση του Συντάγματος σχετικά με την ανάδειξη της Κυβέρνησης βασίζεται στην κοινοβουλευτική δύναμη των πολιτικών κομμάτων. Συνταγματικά ενδιαφέρουσες αλλαγές της δύναμης των κοινοβουλευτικών κομμάτων πρέπει να ανακοινώνονται από τον Πρόεδρο της Βουλής  στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας  πριν αυτός προβεί σε ανάθεση εντολής, διευρευνητικής ή σχηματισμού κυβέρνησης, είτε αμέσως μετά τις εκλογές ή σε άλλο χρονικό σημείο  (άρθρ. 37 παρ.4Σ). Σημαντικό συνταγματικό γεγονός για τον βίο της κυβέρνησης είναι η διάλυση του κυβερνητικού συνασπισμού. Αμέσως μετά την αποχώρηση από τον κυβερνητικό σχηματισμό  κάποιου κυβερνητικού εταίρου του οποίου η κοινοβουλευτική δύναμη είναι απαραίτητη για την διατήρηση της κυβέρνησης στην εξουσία, ο ΠτΒ οφείλει να ενημερώσει τον ΠτΔ για την δύναμη των κομμάτων. Ενδεχόμενη καθυστέρηση είναι συνταγματικά αδικαιολόγητη. Η επίσημη αυτή ανακοίνωση της (κατά κανόνα γνωστής άλλωστε) κοινοβουλευτικής δύναμης των κομμάτων αποτελεί την βάση της παραπέρα συνταγματικής διαδικασίας.

3- Ο πρωθυπουργός οφείλει  να παραιτηθεί εφόσον μετά τις κοινοβουλευτικές ανακατατάξεις, δεν διαθέτει την απαιτούμενη πλειοψηφία. Εφόσον η αποχώρηση του κυβερνητικού εταίρου έχει ως συνέπεια την απώλεια της απαιτούμενης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας ο πρωθυπουργός οφείλει άμεσα να υποβάλλει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας την παραίτηση της κυβέρνησής του, καθόσον το Σύνταγμα δεν επιτρέπει ούτε στιγμή κυβέρνηση μειοψηφίας. Δεν μπορεί σε καμία περίπτωση ως πρωθυπουργός μειοψηφίας να παραμείνει και να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης από την Βουλή, διότι το Σύνταγμα δεν επιτρέπει ούτε στιγμή Κυβέρνηση μειοψηφίας. Με άλλα λόγια κυβέρνηση δεδηλωμένης μειοψηφίας δεν μπορεί να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης της βουλής. Με την υποβολή της παραίτησης ο ΠτΔ θα ζητήσει από τον Πρωθυπουργό να παραμείνει στη θέση του μέχρι τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης. Με την παραίτηση του Πρωθυπουργού Κυβέρνησης μειοψηφίας κατ’ εφαρμογή του άρθρ. 38 παρ. 1 εδ, α΄Σ ανατίθενται οι διερευνητικές εντολές ή και ακολουθεί και όλη η διαδικασία του άρθρου 37 ( Σύγκληση Αρχηγών ή και Υπηρεσιακή Κυβέρνηση).

4- Κατ εξαίρεση προς τα παραπάνω δεν είναι απαραίτητη η υποβολή παραίτησης του Πρωθυπουργού αν εν τω μεταξύ βουλευτές προσχωρήσουν στην παράταξη του πρωθυπουργού ή και κατ οικονομία αν άλλα κόμματα ή ανεξάρτητοι βουλευτές δηλώσουν δημόσια ότι θα στηρίξουν την κυβέρνηση, -είτε με θετική ψήφο είτε με αποχή- και οι δημόσιες αυτές δηλώσεις εξασφαλίζουν την δεδηλωμένη – αν δηλαδή ο πρωθυπουργός παρά την αποχώρηση του κυβερνητικού εταίρου διαθέτει την δεδηλωμένη. φ περίπτωση και μόνον αυτή ο πρωθυπουργός μπορεί να παραμείνει και διαθέτοντας την δεδηλωμένη να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης. Εφόσον η κυβέρνηση λάβει ψήφο εμπιστοσύνης μπορεί να παραμείνει μέχρι τέλους της θητείας της ή να ζητήσει – πάντοτε ως κυβέρνηση πλειοψηφίας – την πρόωρη διεξαγωγή εκλογών. Η Κυβέρνηση πλειοψηφίας μπορεί επίσης να παραιτηθεί, οπότε στην περίπτωση αυτή παραλείπονται οι διερευνητικές εντολές. (38 παρ.1 εδ, β΄Σ).

5- Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η δήλωση του πρωθυπουργού κατά την οποία, η κυβέρνησή του μπορεί διατηρείται με αμφισβητούμενη πλειοψηφία δεν είναι σύμφωνη προς τις συνταγματικές ρυθμίσεις. Μη σύμφωνη προς το Σύνταγμα είναι επίσης η δήλωση ότι δεν οφείλει συνταγματικά να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης, και ότι προβαίνει στην ενέργεια αυτή από πολιτική μόνον προαίρεση. Όσο δεν υπάρχουν δημόσιες δηλώσεις (δεν αρκούν οι μυστικές διαβεβαιώσεις) 6 τουλάχιστον βουλευτών ότι στηρίζουν το υπάρχον κυβερνητικό σχήμα, η κυβέρνηση παραμένει συνταγματικά μετέωρη και εκτεθειμένη, διότι θα έπρεπε να έχει υποβάλλει την παραίτησή της και όχι να ζητεί (ως μειοψηφία) την εμπιστοσύνη της Βουλής. Πρωταρχική υποχρέωση πρέπει να είναι η φροντίδα για την επίσημη ανακοίνωση στον ΠτΔ της δύναμης των κομμάτων και κυρίως η εξασφάλιση δημόσιων δηλώσεων στήριξης της κυβέρνησης τουλάχιστον από 6 βουλευτές ώστε να αρθεί κάθε συνταγματική εκκρεμότητα. Και μπορεί μεν η παρούσα κυβέρνηση να λάβει τελικά ψήφο εμπιστοσύνης και το όλο θέμα «να καλυφθεί». Όμως οι συνταγματικές διαδικαστικές παραβάσεις θα έχουν συντελεστεί και θα έχουν δημιουργήσει «κακό προηγούμενο» με τους ανάλογους κινδύνους για το μέλλον.

Του καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου Ανδρέα Δημητρόπουλου

 

 

 

 

 

 




Σχολιάστε