Ο.Τ.Α. και Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη (ΕΚΕ)

Αναλύει ο Παναγιώτης Γρηγοράκος 

Στη δύσκολη χρονική συγκυρία που διανύουμε, το πρώτο πράγμα που πρέπει να προσέξουν οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και όχι μόνο, είναι η σημασία και η αναγκαιότητα της ενσωμάτωσης της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης (ΕΚΕ) στην στρατηγική τους. 

Η οικονομική και κοινωνική κρίση έχει συμβάλει στηνφθορά εμπιστοσύνης που τρέφουν οι πολίτες για τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς. Η ανάκτηση της χαμένης αυτής εμπιστοσύνης αποτελεί κορυφαίο ζητούμενο για όλες τις Δημοτικές Αρχές και στο δρόμο αυτό η ουσιαστική και στρατηγική ενασχόληση με την Εταιρική Ευθύνη μπορεί να συνδράμει σημαντικά, αφού βοηθά στη βελτίωση της εμπιστοσύνης των δημοτών προς τις δημοτικές υπηρεσίες που είναι δραστήριες στον τομέα της ΕΚΕ.  

Παράλληλα, βελτιώνει την αναπτυξιακή πορεία των Ο.Τ.Α., οι οποίοι αποκτούν μετρήσιμο συγκριτικό πλεονέκτημα και συμβάλλει στην αύξηση της μακροχρόνιας κοινωνικής αξίας των Δήμων και των Δημοτικών Οργανισμών που εφαρμόζουν υπεύθυνες πρακτικές, με στόχο τη διαχείριση κινδύνων και ευκαιριών σε θέματα κοινωνικής οικονομίας και περιβαλλοντικής συνείδησης. 

Αυτό το σκεπτικό, τα τελευταία χρόνια και στη χώρα μας,κατευθύνει όλο και περισσότερους οργανισμούς στην υιοθέτηση αρχών ΕΚΕ, ως μέσο διαφοροποίησης αλλά και ανάγκης για τη δημιουργία σχέσης εμπιστοσύνης με την κοινωνία στο σύνολό της. 

Η υιοθέτηση αρχών ΕΚΕ, δημιουργεί επιχειρησιακά μοντέλα προσανατολισμένα στην κοινωνία, με στόχο τη μακροπρόθεσμη βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη και την προστασία του περιβάλλοντος. 

Εντάσσοντας την ΕΚΕ στον Στρατηγικό Σχεδιασμό τους οι Ο.Τ.Α., αποκτούν πλεονέκτημα τόσο στην υιοθέτηση νέων πολιτικών όσο και στη διεκδίκηση ευρωπαϊκών κονδυλίων που τόσο έχουν ανάγκη για την ανάπτυξή τους. 

Διαχρονικά, έρευνες που διεξάγονται αναφορικά με τη στάση του κοινού απέναντι στην ΕΚΕδείχνουν πως πλέον ο πολίτης αναζητά την ουσία. Από τις επιχειρήσεις και τους δημόσιους οργανισμούς περιμένει να τον στηρίξουν στη δύσκολη κατάσταση που βιώνει. Να του προσφέρουν οικονομικά και ποιοτικά προϊόντα και υπηρεσίες. Να μην τον εξαπατήσουν. Να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας. Να στηρίξουν τον ίδιο, την οικονομία και τη χώρα.  

Παράλληλα είναι πρόθυμος να συγχωρέσει, να αγκαλιάσει, ακόμα και να επιβραβεύσει τους φορείς που παραδέχονται τις αδυναμίες τους και κάνουν προσπάθεια να τις θεραπεύσουν. 

Με αυτό το σκεπτικό πολιτικές που επιδεικνύουν σεβασμό, γενναιοδωρία, ταπεινότητα, ευελιξία, ωριμότητα, χιούμορ, προσωπικότητα και ανθρωπιά μπορούν να προσφέρουν τα μέγιστα στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης. 

Επιπλέον, οι αναδυόμενες τεχνολογίες ανοίγουν νέους ορίζοντες και η βαθιά γνώση της αγοράς δημιουργεί τεράστιες ευκαιρίες για τους οργανισμούς. Πλέον οι πολιτικές πρακτικές δεν πρέπει να επενδύουν μόνο στις βραχυπρόθεσμες αποδόσεις, αλλά και στην υιοθέτηση μακροπρόθεσμα βιώσιμων στόχων προς ένα πιο «υπεύθυνο επιχειρείν», που θα δημιουργήσει οικονομική, περιβαλλοντική, πολιτιστική και κοινωνική υπεραξία.  

Η υιοθέτηση των νέων αυτών πολιτικών υποδηλώνει  ότι οι Ο.Τ.Αθα πρέπει να αναπτύξουν νέες συνεργασίες, που θα τους βοηθήσουν να υιοθετήσουν μια πιο συλλογική προσέγγιση για τις δραστηριότητές τους, αποκομίζοντας προστιθέμενα επιχειρησιακά οφέλη, όπως: 

  • Αξία εμπορικού σήματος και φήμη (brandname). 
  • Πιστούς– ηθικούς  εργαζόμενους και μελλοντικό υπηρεσιακό δυναμικό υψηλής κουλτούρας. 
  • Επιχειρησιακή ικανότητα και εμπειρία. 
  • Μείωση και διαχείριση κινδύνων. 
  • Άμεσο οικονομικό αντίκτυπο (Διαφάνεια και δημιουργία εμπιστοσύνης). 
  • Οργανωτική ανάπτυξη (Διοίκηση με στόχους). 
  • Ανάπτυξη εθελοντικού κινήματος. 
  • Εταιρική κουλτούρα Κοινωνικής Αλληλεγγύης. 

Οι Δήμοι της χώρας με μεγαλύτερη φροντίδα απ’ ότι πριν, επιχειρούν να εστιάσουν στο κέντρο του προβληματισμού, τόσο στην εξόχως πληττόμενη μερίδα πολιτών τους όσο και στην ενίσχυση εκείνων των δημοτών τους που (από προσωπικό συναίσθημα αλληλεγγύης) νοιάζονται για τους πλέον πληττόμενους. 

Η σχέση με τον κυριότερο εκ των εμπλεκομένων (stakeholders),επαναπροσδιορίζεται στη βάση της νέας κοινωνικής πραγματικότητας. Όσοι Οργανισμοί μάλιστα ενδιαφέρονται για την πληρέστερη δυνατή τεκμηρίωση των επιλέξιμων στρατηγικών τους, παραγγέλνουν διεξαγωγές ερευνών που στοχεύουν στην εμβάθυνση νέων προτεραιοτήτων της κοινωνίας. Επιτυγχάνουν έτσι την καλύτερη φωτογραφική απεικόνιση του κοινού που τους ενδιαφέρει,  ώστε να ανοίξουν διάλογο μαζί του. 

Είναι άκρως επωφελές και για τις δύο πλευρές να βρίσκουν χρόνο και χώρο για γόνιμο διάλογο. Ο διάλογος με την μορφή λογοδοσίας της Δημοτικής Αρχής προς τους πολίτες ενισχύει την διαφάνεια, την δημοκρατία και τον έλεγχο. Ταυτόχρονα μπορεί να γίνει βήμα, που θα ακουστούν νέες προτάσεις και θα αναδυθούν νέες δράσεις κοινωνικής συνοχής, οι οποίες  χτίζουν σχέσεις πάνω στην κοινωνική και όχι μόνο υπευθυνότητα, δημιουργώντας  μια σχέση αμφίδρομη. 

Ο διάλογος και η συνεργασία με τους κοινωνικούς και επιχειρησιακούς εταίρους αποτελούν τις δύο βασικότερες προϋποθέσεις κάθε βιώσιμης αλλαγής. 

Οι Ο.Τ.Α. πλέον, πρέπει να θεωρούν τις δράσεις της Εταιρικής Υπευθυνότητας αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτικής τους. Οι αρχές της Εταιρικής Διακυβέρνησης, οι σχέσεις με τους δημότες, το ανθρώπινο δυναμικό, οι κοινωνικές παρεμβάσεις, η ποιοτική παροχή υπηρεσιών, η διοίκηση μέσω στόχων, η περιβαλλοντικήπολιτική και το πολιτιστικό έργο, αποτελούν πυλώνες της ΕΚΕ.  

Μια Δημοτική Αρχή, όσο επιτυχημένο έργο κι αν παρέχει, μόνο όταν συμβάλλει στην ευημερία του κοινωνικού συνόλου, μπορεί να ισχυριστεί ότι ανταποκρίνεται πραγματικά στο ρόλο της και στέκεται στο ύψος των προκλήσεων και απαιτήσεων των καιρών. 

Στην ουσία στόχος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι να αποτελέσει έναν Οργανισμό όπου τα κύτταρά του θα παρέχουν σταθερή και ταχεία ανάπτυξη με κοινωνικό πρόσωπο. 

Αν και η οικονομική ασφυξία φαντάζει ως ο καλύτερος ηθικά λόγος για πολλούς οργανισμούς, προκειμένου να μειώσουν  την εμπλοκή τους με την ΕΚΕ, εντούτοις αυτή γίνεται ακόμα πιο επιτακτική σε περιόδους κρίσης ή ύφεσης.  

Οι πολίτες,  ως «ηθικοί καταναλωτές» των υπηρεσιών, προτιμούνολοένα και περισσότερο, προϊόντα ή υπηρεσίες  οργανισμών που εφαρμόζουν και ακολουθούν τις αρχές της ΕΚΕ, όταν,στην καθημερινότητά τους, αυτοί οι ίδιοι οι πολίτες επενδύουν, ενισχύουν, υποστηρίζουν ή αποφασίζουν ποιον εμπιστεύονται ή προτιμούν. 

Αυτό έχει ως συνέπεια οι δράσεις ΕΚΕ να επιστρέφουν πολλαπλή αξία στους φορείς που τις υιοθετούν. 

Και τούτο γιατί στη βάση του σύγχρονου παγκοσμιοποιημένου οικονομικού περιβάλλοντος, η μεσοπρόθεσμη αξία-επιτυχία των οργανισμών συνδέεται  άρρηκτα τόσο με την  ηθική τους διάσταση όσο και με την επιβίωση της ίδιας της κοινωνίας.  

Για το λόγο αυτό και στα Επιχειρησιακά Προγράμματα των Ο.Τ.Α. η Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη, όπως και αν παράγεται, θα πρέπει να μετριέται με ποσοτικοποίηση στόχων, που θα επιφέρουν βελτίωση της γενικότερης επιχειρησιακής τους στρατηγικής, οι οποίοι θα εντάσσονται στη συνολική στρατηγική του εκάστοτε Δήμου ή της εκάστοτε Περιφέρειας. 

Αυτοί οι στόχοι επίσης θα πρέπει να είναι και ποιοτικά μετρήσιμοι αφού εστιάζουν, ή θα πρέπει να εστιάζουν, με ηθικό πάντα πρόσημο,  στη βιώσιμη ανάπτυξη και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των πολιτών, εφαρμόζοντας κανόνες κυκλικής οικονομίας, κοινωνικής υπευθυνότητας και περιβαλλοντικής ευαισθησίας. 

 

Ο Παναγιώτης Γρηγοράκος, Σύμβουλος Στρατηγικής Ανάπτυξης και Διοίκησης Ο.Τ.Α., είναι:

  • Πτυχιούχος Διοίκησης Επιχειρήσεων.
  • Κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στη Διοίκηση Επιχειρήσεων (ΜΒΑ) με εξειδίκευση στην Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη (ΕΚΕ) στους Ελληνικούς Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.).
  • Ιδρυτικό μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Γενικών Γραμματέων Α΄ Βαθμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης Ελλάδος «ΚΛΕΙΣΘΕΝΗΣ», της οποίας έχει διατελέσει Γραμματέας (2010-2017) και σήμερα είναι επιστημονικός συνεργάτης.



Σχολιάστε