ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ: «Είναι κάποια παιδιά που δεν τα θέλει κανείς», της Καλλιόπης Ευαγγελίδου

Έγραψα κάποια στιγμή ένα κείμενο για τα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ με τίτλο «Είναι κάποια παιδιά που δεν τα θέλει κανείς».

Γράφει η Καλλιόπη Ευαγγελίδου,

ηθοποιός και Πρόεδρος ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Σερρών (2018-2021)

Τα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ ιδρύθηκαν από την Μελίνα Μερκούρη και σε κάθε ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ θα έπρεπε να υπάρχει μια φωτογραφία της. Γιατί είναι δικά της παιδιά και θα έπρεπε να είναι περήφανα να έχουν μάνα μια τέτοια Ελληνίδα. Μια γυναίκα που η ζωή της δεν της δημιούργησε καμία ανάγκη να στρέψει το βλέμμα στην πολιτιστικά ερημωμένη περιφέρεια του 80, ωστόσο το πάθος και η αγάπη για την πατρίδα την οδήγησαν να δει την Ελλάδα ως κράτος ενιαίο κι όχι ως πόλεις κράτη. Και ήξερε πως η πατρίδα θα προοδεύσει μόνο αν αποκτήσει κοινό βηματισμό. Και πίστευε ότι όπως σε κάθε πόλη υπάρχει και πρέπει να υπάρχει ένα Δημόσιο κι όχι Δημοτικό σχολείο έτσι θα έπρεπε να υπάρχει κι ένα Δημόσιο θέατρο που να επικοινωνεί από άκρη σε άκρη σε όλη την Ελλάδα τον σύγχρονο πολιτισμό χωρίς διακρίσεις.
Κι έβαλε ένα φουρνέλο αυτό το πλάσμα το δαιμόνιο στις πόλεις που επιλέγησαν να πρωτολειτουργήσουν αυτοί οι σύνθετοι φορείς που για να δουλέψουν σωστά έχουν μια και βασική προϋπόθεση. Φιλοπατρία.
Είπε λοιπόν, φτιάξτε θέατρο και συνεργαστείτε για το κοινό καλό, Δήμοι, Περιφέρειες, Νομαρχίες, Υπουργεία, προκειμένου όλοι οι Έλληνες ακόμη και των πιο μικρών χωριών να χαίρονται το δημόσιο αγαθό του πολιτισμού. Ελάτε όλοι μαζί να βάλουμε πλάτη.

Έκτοτε βάλαμε πολλά. Και βγάλαμε. Αλλά το όραμα της Μελίνας διοικητικά δεν το καταφέραμε. Ωστόσο, τόσο δυνατή ήταν η ευχή της που σήμερα σαράντα χρόνια μετά ακόμη αντέχουν, μας απασχολούν, μας «ζαλίζουν το κεφάλι», κάνουν πολλούς στα υπουργεία να αγανακτούν και να λένε «ρε που μπλέξαμε με δαύτους» κι εγώ φαντάζομαι καμία φορά την Μελίνα να γελά, με αυτό το ξεχωριστό της γέλιο που συνδυάζει φινέτσα και ανατροπή και να λέει άντε να σας δω πως θα συνεννοηθείτε.
Τα ΔΗΠΕΘΕ σήμερα ήδη θα έπρεπε να είναι μικρά Κρατικά Θέατρα και θα έπρεπε να υπάρχει τουλάχιστον ένα σε κάθε Περιφέρεια της Ελλάδας. Θα έπρεπε στο Υπουργείο Πολιτισμού να υπάρχει τμήμα Περιφερειακού πολιτισμού, που θα επιβλέπει και θα ελέγχει την πορεία τους και το καλλιτεχνικό τους πρόγραμμα.

Θα έπρεπε μέσα στο διοικητικό τους συμβούλιο να υπάρχει εκπροσώπηση όλων των φορέων που εμπλέκονται στην λειτουργία τους, του Δήμου που τα φιλοξενεί, της Περιφερειακής ενότητας στην οποία δραστηριοποιούνται, της Περιφέρειας που πρέπει να εξυπηρετήσουν, του Υπουργείου που τα εποπτεύει.

Θα έπρεπε να θέτουν στόχους τόσο σε τοπικό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο. Θα έπρεπε να χρηματοδοτούνται τόσο από τους Δήμους, όχι μόνο αυτόν τον Δήμο που τα στεγάζει αλλά και τους περιφερειακούς για συγκεκριμένο έργο, είτε εκπαιδευτικό είτε καλλιτεχνικό, με συγκεκριμένες προγραμματικές συμβάσεις συνεργασίας. Θα έπρεπε να επιβάλλεται η μεταξύ τους συνεργασία.

Θα έπρεπε να έχουν όλα συλλογική σύμβαση με το ΣΕΗ. Θα έπρεπε να φροντίζουν για την επαγγελματική αποκατάσταση ενός πλειοψηφικού ποσοστού των επαγγελματιών καλλιτεχνών που διαβιούν μόνιμα σε έναν τόπο και δεν έχουν άλλο μέσο να βιοποριστούν αλλά και να δημιουργήσουν όπως γίνεται και στην Αθήνα και στην Θεσσαλονίκη. Οι καλλιτεχνικοί διευθυντές θα έπρεπε να γνωρίζουν ότι υπηρετούν σε έναν τόπο που πρέπει να υποστηρίξουν και να αναδείξουν και δεν μπορούν ελεύθερα να κάνουν ένα πρόγραμμα καλλιτεχνικό σαν να επρόκειτο για ιδιωτική τους επιχείρηση.

Θα έπρεπε κάθε τόπος να αναδεικνύεται με τα τοπικά του χαρακτηριστικά κι όπως αυτά ερμηνεύονται μέσα στην σύγχρονη πραγματικότητα. Θα έπρεπε να έχουν αυτονόητα πανελλήνιο βήμα ώστε να προβάλλουν τις εργασίες τους και να κριθούν σε πανελλήνιο επίπεδο. Το φεστιβάλ Αθηνών θα έπρεπε να έχει πρόγραμμα που θα φιλοξενεί κατά καιρούς και τις εργασίες της περιφέρειας.

Θα έπρεπε να απαγορεύεται δια νόμου η αγορά παραστάσεων με δημόσιο χρήμα από σχήματα που δεν έχουν νόμιμα συμβόλαια ηθοποιών και καλλιτεχνικών συντελεστών. Θα μου πεις αυτό αφορά τα ΔΗΠΕΘΕ; Ναι. Τελεία. Θα έπρεπε οι ακριτικές περιοχές να έχουν συγκεκριμένα προγράμματα με επαγγελματίες, προώθησης του πολιτισμού στην παραμεθόριο.

Θα έπρεπε οι καλλιτέχνες που το κοινό ξέρει και αγαπάει να ενθαρρύνονται από το κράτος να κάνουν παραστάσεις, σεμινάρια, στις απομακρυσμένες περιοχές της Ελλάδας τον χειμώνα, όχι μόνο το καλοκαίρι. Θα έπρεπε οι μεγάλες κρατικές σκηνές να συνεργάζονται με τις κοντινές τους περιοχές, θα μπορούσαν οι απόφοιτοι των Δραματικών τους σχολών να κάνουν το «αγροτικό» τους στα Περιφερειακά θέατρα και τα μικρότερα θέατρα να καλύπτουν τα εκτός έδρας και την διαμονή ενώ η μισθοδοσία να καταβάλλεται από την μεγάλη σκηνή ώστε να μπορούν να ανέβουν τον χειμώνα πιο πολυπρόσωπες παραγωγές και με νέους ηθοποιούς που απουσιάζουν εντελώς στις περισσότερες περιπτώσεις από την περιφέρεια.
Αν έχει γίνει δουλειά τα προηγούμενα χρόνια; Μεγάλη και ουσιαστική. Όμως από την κρίση και μετά που το Υπουργείο οικονομικά αποχώρησε και μετά επέστρεψε κουτσουρεμένο οι Δήμοι λένε εμείς πληρώνουμε εμείς αποφασίζουμε. Σωστά. Αλλά αυτό δεν είναι δημόσιο, κρατικό. Είναι καθαρά, αποκλειστικά δημοτικό. Δεν είναι κακό το δημοτικό. Αλλά κάποια στιγμή να πούμε αυτός ο φορέας τι είναι; Γιατί σήμερα κανείς δεν ξέρει με βεβαιότητα. Κι ούτε υπάρχουν ποινές για αυτούς που παραβιάζουν χρόνια την προγραμματική. Κι ούτε αναζητήθηκαν αντίμετρα αφού λεφτά το κράτος δεν έχει αρκετά για τον πολιτισμό σε όλη την Ελλάδα ας δώσει προνόμια στους δήμους που από την ΚΑΠ τους διαθέτουν τα περισσότερα χρήματα
Ας ισχυροποιήσει το υπουργείο την παρουσία του. Ας ασχοληθεί τέλος πάντων σοβαρά.
Είναι πρόβλημα του Υπουργείου Πολιτισμού τα ΔΗΠΕΘΕ. Όχι των Δήμων. Το υπουργείο άνοιξε τον διάλογο σαράντα σχεδόν χρόνια πριν, το υπουργείο πρέπει και να τον ορίσει.
Προς το παρόν, σαράντα χρόνια τώρα, είμαστε στο «διαβάστηκε» και στο «τα λέμε».

 

Η Καλλιόπη Ευαγγελίδου με ανάρτηση της σχολιάζει το καθεστώς επιλογής προσώπων για την δοιοίκηση των ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ…. 

Όταν τελείωσα το σχολείο το 1991, οι Πανεπιστημιακές σχολές θεάτρου, αν δεν κάνω λάθος η εξής μία τότε του ΕΚΠΑ, λεγόταν ότι δημιουργούσαν θεωρητικούς του θεάτρου ήτοι κριτικούς θεάτρου, δραματολόγους, ίσως καθηγητές πανεπιστημίων, γενικώς αυτό που εγώ τότε με νεανικό μου μυαλό καταλάβαινα, ανθρώπους που δεν θα υπήρχε πραγματικός χώρος να εφαρμόσουν το αντικείμενο που σπούδαζαν, εν ολίγοις δημιουργούσαν ανέργους. Σε μια χώρα που μέχρι και σήμερα ο ηθοποιός δεν αναγνωρίζεται ως επαγγελματίας φαντάσου τι σημαίνει επαγγελματίας δραματολόγος ή επαγγελματίας κριτικός θεάτρου. Έτσι επέλεξα εκ του ασφαλούς να σπουδάσω φιλολογία που αναγνωρίζεται ως επάγγελμα αν και δεν με ενδιέφερε σε επιστημονικό επίπεδο καθόλου.
Καταλαβαίνετε λοιπόν τι γινόταν το 1983 που ιδρύθηκαν τα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ και έφτασαν στο θέμα ποια να είναι τα προσόντα του Καλλιτεχνικού διευθυντή. Για να λυθεί το πρόβλημα της ελλειπούς καλλιτεχνικής παιδείας στην Ελλάδα και για να μην αποκλειστούν από θέσεις καλλιτεχνικού σχεδιασμού μεγάλες προσωπικότητες της τέχνης που σε κάποιες περιπτώσεις είχαν μέχρι και εμπειρική γνώση, αφαιρέθηκε η προϋπόθεση του τίτλου σπουδών που υπάρχει για όλες τις θέσεις ευθύνης στο δημόσιο και προκρίθηκε η φράση «εγνωσμένου κύρους». Δεν ήταν η πρώτη φορά.
Την ίδια ευαισθησία επέδειξε ο κλάδος των ηθοποιών και με την κατάργηση της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος, προκειμένου να μην χαθεί από ευθύνη της επιτροπής το ένα εκείνο ταλέντο έγινε το επάγγελμα του ηθοποιού μπάτε σκύλοι αλέστε. Αλλά και για να μπορούν οι δημιουργοί να χρησιμοποιούν ελεύθερα πρόσωπα που θα ταίριαζαν με το «όραμα» τους, αν και τις περισσότερες φορές δεν επρόκειτο για όραμα αλλά για παραισθήσεις.
Εγνωσμένου κύρους λοιπόν είναι κάθε καλλιτέχνης που με την τέχνη του έχει αποκτήσει κύρος μέσα στον καλλιτεχνικό χώρο που δραστηριοποιείται και έχει γίνει γνωστός στο ευρύ κοινό μέσω της τέχνης του αυτής.
Κι αυτό το χαρακτηριστικό μπήκε στην προκήρυξη με την λογική ότι με τον χρόνο το νεοσύστατο ελληνικό κράτος θα προοδεύσει στην καλλιτεχνική εκπαίδευση και θα προσθέσει δίπλα στο εγνωσμένου κύρους και κάποιες άλλες προϋποθέσεις όπως πανεπιστημιακό πτυχίο συναφές με το αντικείμενο όχι Πολυτεχνείου ας πούμε ή της ΑΣΟΕΕ ή το αγαπημένο μου ιχθυοκαλλιέργειες Μεσολογγίου. Ωστόσο μιας και κανείς δεν θεώρησε αρκετά σημαντικό σαράντα χρόνια τώρα να τροποποιήσει ουσιαστικά την προγραμματική σύμβαση των ΔΗΠΕΘΕ εκσυγχρονίζοντας την και λαμβάνοντας υπόψη τα νέα δεδομένα που έχουν δημιουργηθεί στον τομέα της εκπαίδευσης και της ειδίκευσης, ξέμεινε αυτό το εγνωσμένου κύρους και έφτασε να ερμηνεύεται κάποιος άνθρωπος σοβαρός, καλός οικογενειάρχης, συνεπής στις υποχρεώσεις του, που τον γνωρίζουμε όλοι στην πόλη και στην ευρύτερη περιοχή κι όλοι λέμε τι καλός κύριος, διαβασμένος δημιουργικός, με κοινωνική προσφορά, γιατί να μην χαράξει τον πολιτιστικό προσανατολισμό του μέλλοντος.
Κι αυτό είναι κάτι νόμιμο και λογικό για το θέατρο, και δεν καταλαβαίνω γιατί με την ίδια λογική δεν προσλαμβάνονται επιστημονικοί σύμβουλοι στα νοσοκομεία εμπειρικοί ιατροί που με βότανα θαυματουργά που αιώνες τώρα γνωρίζει ο άνθρωπος θεραπεύουν ανθρώπους ή μαμές που έχουν ξεγεννήσει χιλιάδες γυναίκες σε απομακρυσμένες και δύσβατες περιοχές.
Γιατί από το παρερμηνευμένο θέατρο δεν πέθανε κανείς θα μου πείτε, ενώ σε σπίτι που δεν ρίχνει τα θεμέλια επαγγελματίας πτυχιούχος με εμπειρία πολιτικός μηχανικός δεν μπαίνεις.

Επιμέλεια Βασίλης Περδικίδης

 




Σχολιάστε