ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ: Άσματα Νεκρικά του Πάνου Χατζηγεωργιάδη

Γράφει η Αργυρώ Χατζηπαναγιώτου

Εκπαιδευτικός-Μεταπτυχιακό Δίπλωμα στην Μεθοδολογία και Έρευνα της Λογοτεχνίας UNED, Μαδρίτη

 

 

Το Άσματα Νεκρικά είναι μία Ποιητική Συλλογή του Πάνου Χατζηγεωργιάδη  την οποία ο ποιητής υπογράφει με το φιλολογικό ψευδώνυμο: Νικηφόρος Βυζαντινός.

Το θέμα της, όπως μας προαναγγέλλει ο τίτλος, είναι ο «θάνατος».  Ένα θέμα δύσκολο, αλλά σύμφωνα με την αναφορά του ποιητή, στο προλογικό σημείωμα της παρούσας έκδοσης, τόσο σημαντικό  όσο και η γέννηση του ανθρώπου.

Δύο είναι οι σημαντικοί σταθμοί στη ζωή του ανθρώπου:  Γέννηση – Θάνατος . Ανάμεσα τους η Ζωή.

Αυτό ακριβώς μας λέει  και στην Ασκητική ο μεγάλος Λογοτέχνης και Φιλόσοφος Νίκος Καζαντζάκης:

«Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο· το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή.

Ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η επιστροφή· ταυτόχρονα το ξεκίνημα κι ο γυρισμός· κάθε στιγμή πεθαίνουμε. Γι’ αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της ζωής είναι ο θάνατος

Γέννηση – Ζωή – Θάνατος .  Αυτό είναι το σχήμα της πορείας του ανθρώπου στη Γη.

Δύο  είναι τα ρεύματα, λέει ο Καζαντζάκης,  που παλεύουν στο ανθρώπινο σώμα:

«α) ο ανήφορος, προς τη σύνθεση, προς τη ζωή, προς την αθανασία· 
β) ο κατήφορος, προς την αποσύνθεση, προς την ύλη, προς το θάνατο

Ανήφορος – κατήφορος,  Σύνθεση – αποσύνθεση, ρεύματα αντίρροπα  που κατά τον Νίκο Καζαντζάκη, « πηγάζουν  από τα έγκατα μια αρχέγονης ουσίας

Η αρχέγονη αυτή ουσία γεννά ζωή που σταδιακά οδεύει προς το θάνατο.

Ο θάνατος, λοιπόν,  και για τον ποιητής μας ,  είναι μία φυσική συνέχεια και κομμάτι αναπόσπαστο της ανθρώπινης ύπαρξης.   Ένας σημαντικός σταθμός στη ζωή του ανθρώπου που δεν πρέπει να τον γεμίζει με φόβο.

Για αυτό ακριβώς το λόγο, ο Νικηφόρος Βυζαντινός αποφάσισε να ασχοληθεί με το θέμα  του θανάτου στην παρούσα ποιητική του μονογραφία: Άσματα Νεκρικά.

Η έκδοση  της ποιητικής συλλογής  είναι καλαίσθητη και αποτελείται από 26 ποιήματα που μιλούν για τον Θάνατο,   αφιερωμένα , μεταξύ των άλλων αφιερώσεων, και στον αναγνώστη με την εξής προτροπή : “Memento Mori”, «Θυμήσου  τον Θάνατο», ένα λατινικό ρητό που ήταν η πηγή της έμπνευσης του.

Ο ποιητής στο προλογικό του σημείωμα, τονίζει ότι  εμείς οι άνθρωποι των μεγαλουπόλεων, που έχουμε χάσει την επαφή με την φύση, πρέπει να θυμόμαστε τον Θάνατο, χωρίς να αισθανόμαστε φόβο και αποτροπιασμό. Ο άνθρωπος, και μόνο στη σκέψη του θανάτου, αισθάνεται φόβο.  Αλλά, γιατί άραγε να συμβαίνει αυτό; Σύμφωνα με τον ποιητή: νοιώθουμε, τρόμο απέναντι στον Θάνατο, γιατί «ανατρεφόμαστε με τον φόβο για τον Θάνατο και με την πεποίθηση πως δεν μπορεί να μας αγγίξει

Και πως θα μπορούσαμε άραγε να αποβάλλουμε τον φόβο του Θανάτου;  Ο ίδιος επέλεξε την σύνθεση Ασμάτων Νεκρικών. Αυτή είναι η πρότασή του: Μία μελέτη για τον θάνατο μέσω της ποίησης.

Άλλωστε, από αρχαιοτάτων χρόνων, και μέχρι σήμερα ακόμη, ο άνθρωπος προσπαθεί  να ερμηνεύσει την κατάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης που ονομάζεται θάνατος. Επιστήμονες, φιλόσοφοι,  συγγραφείς, όλων των εποχών, έχουν ασχοληθεί με το ζήτημα του θανάτου, ο καθένας από τη δική του σκοπιά.  Στην ποίηση το θέμα του θανάτου κατέχει πρωτεύουσα θέση, ιδιαιτέρως κατά την περίοδο του ρομαντισμού, τέλη 18ου – μέσα 19ου αιώνα.

Ο Νικηφόρος Βυζαντινός, με ρομαντική διάθεση και μεταφυσική ανησυχία, συνθέτει ποιήματα χρησιμοποιώντας το ύφος και την τεχνική  εκείνης της εποχής. Συνθέτει ποιήματα που πραγματεύονται το θέμα του θανάτου υπό το πρίσμα του ρομαντισμού. Προβάλλει το συναίσθημα και την φαντασία, δημιουργώντας ποιήματα που περιέχουν το μυστηριώδες , το παράδοξο , το όνειρο, το υπερφυσικό στοιχείο.

Τα ποιήματά του, ομοιοκατάληκτα,  διακρίνονται για το πλούσιο λεξιλόγιο τους,  διανθισμένα με λέξεις και εκφράσεις της καθαρεύουσας,  συνθέτουν εκφραστικές εικόνες και δυνατά νοήματα.

Εκφράζει, ο ποιητής, με λυρισμό, συναισθήματα  όπως, αγάπη, μελαγχολία, απαισιοδοξία θλίψη, νοσταλγία.

Τοποθετεί τη δράση των πρωταγωνιστών  σε ερημικά ή νυχτερινά τοπία, ομιχλώδη και ανεμοδαρμένα, σε κάστρα,  μνήματα και κοιμητήρια.

Αλλά ποια να είναι άραγε η φύση του θανάτου; Πως τον αντιλαμβάνεται ο ποιητής, πως τον χαρακτηρίζει;

Στο  πρώτο ποίημα, λοιπόν,  της συλλογής με τον τίτλο : Αγαπώ ,  περιγράφει  τον θάνατο ως  «βουβή ερημιά»  και μιλά με αγάπη  και συμπόνια για τις «θλιμμένες υπάρξεις» που χάθηκαν :

Αγαπώ, τις θλιμμένες υπάρξεις /που αγάπη ποτέ τους δεν βρήκαν καμιά

που κανείς δεν αγκάλιασε με του έρωτα πράξεις/που χαθήκαν για πάντα, στην βουβή ερημιά.

 

Ο ποιητής συνθέτει ποιήματα που πηγή έμπνευσής του είναι η ρομαντική, μεταφυσική ευαισθησία του.  Βλέπει, σκιές, παράξενες μορφές και φάσματα να τον πλαισιώνουν, εμπνέεται από αυτά και τα αποτυπώνει στο χαρτί , με την πένα της φαντασίας του. Είναι η στιγμή που οι νεκροί επιστρέφουν. Άλλοτε, με φιλικές διαθέσεις:

«Ήρθες κι απόψε να μου πεις/ τον πόνο που σε πνίγει

Αν σε αγάπησε κανείς ή αν όλοι ήσαν λίγοι

ή η στιγμή που επιστρέφουν ως φριχτά ονειροφαντάσματα  που του προκαλούν τρόμο:

«Πάει καιρός που έρχονται , δίχως να με ρωτούνε

Φρικτά ονειροφαντάσματα που πάντα με ταράζουν»

Ο θάνατος  για τον ποιητή, όπως μας είπε παραπάνω  είναι μία «βουβή ερημιά». Αλλά πως φτάνει ο άνθρωπος σε αυτόν τον απέραντο σιωπηλό ερημωμένο τόπο;

 

Ένας μονόδρομος οδηγεί τους ανθρώπους  σε αυτόν; Όχι! Η θεματολογία της ρομαντικής ποίησης σε σχέση με το θέμα του Θανάτου  είναι πλούσια.

 

Ο Θάνατος δεν  έχει μορφή μονοδιάστατη, αλλά είναι αποτέλεσμα καταστάσεων που έχουν να κάνουν με την εξελικτική πορεία της ανθρώπινης ύπαρξης .  Είναι αποτέλεσμα των διαφόρων συνθηκών και καταστάσεων της ζωής του ανθρώπου. Είναι συνυφασμένος με τον περιπετειώδη, πολυτάραχο ή μοναχικό βίο του ανθρώπου, αλλά και με τις  ιδεολογικές του πεποιθήσεις.

Έτσι, ο Θάνατος στην ποίηση του Νικηφόρου Βυζαντινού παρουσιάζεται   ως στοιχείο μοιραίο και αναπόφευκτο : «ουδείς εκφεύγει  τούτης δω της διαδρομής» λέει στο ποίημα: «Εις την ψυχήν νεανίσκης»

 

Αλλά  ο θάνατος παρουσιάζεται και  ως συνέχεια της ζωής του ανθρώπου. Στο ποίημα: Ο Χάσκων λάκκος   παρουσιάζει τη ζωή «ως γέφυρα θανάτων» που οδηγεί «στον έρημο δρόμο».

 

Άλλοτε ο θάνατος  είναι αποτέλεσμα μιας ζωής  απελπισμένης, ανθρώπου που δεν εκμεταλλεύτηκε τις χαρές της ζωής,  που έχασε το χρόνο του άσκοπα:

Και ο χρόνος πάει φεύγει /χάνεται μες το σκοτάδι

κι όποιος την ζωή αποφεύγει /σβήνει κάποιο κρύο βράδυ !

λέει , ο ποιητής στο ποίημα: Χαμένος χρόνος

 

Ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου είναι μια απώλεια που προκαλεί  πόνο στους ανθρώπους που μένουν πίσω να θρηνούν. Το ποίημα Στοιχειό είναι  αφιερωμένο στην Δούκισσα της Πλακεντίας. Την τραγική μάνα που ο χαμός της  κόρης της την έκανε να παραδέρνει τόσο ζωντανή όσο και πεθαμένη. Σαν ένα στοιχειό  που, χωρίς ανάπαυση, αναζητά, ανά τους αιώνες, το αδικοχαμένο παιδί της.

 

Και από τότε τριγυρνάς /δε σε χωρά το χώμα

στοιχείο εσύ μές τα στοιχεία /και την ζητάς ακόμα !

 

Ο θάνατος ως αποτέλεσμα της αυτοχειρίας είναι  ένας θάνατος αυτοκαταστροφικός. Το ποίημα: Η Νεκρή μου φίλη είναι αφιερωμένο σε μια αυτόχειρα, θύμα μιας προδομένης αγάπης: «πάντα προδομένη θα γυρνάς τα βράδια/θύμα της αγάπης που μας ξεγελά»

 

Ο θάνατος μπορεί να   είναι ο δρόμος που οδηγεί στην Αθανασία. Στην αθανασία έχει περάσει κατά τον ποιητή και ο Ελληνολάτρης  λόγιος και λογοτέχνης Περικλής Γιαννόπουλος με τον θεαματικό ηθελημένο θάνατό του στα σμαραγδένια νερά του Σκαραμαγκά , στις αρχές του 20ου αιώνα. Στο  Επίγραμμα νεκρικόν , αφιερωμένο στον Περικλή Γιαννόπουλο, λέει:  «ως έφιππος επέρασες/ στη γη των Αθανάτων»

 

Γράφει  ποιητής,  συνεπαρμένος,  και γράφει για τον  θάνατο … Αλλά κάποια στιγμή αρχίζει  να διερωτάται , να αγωνιά για την τύχη των  ποιητικών του συνθέσεων … Θα αποτελέσουν άραγε  στοιχείο της αιωνιότητας ή θα χαθούν στη λήθη του χρόνου ; Στο ποίημα Άραγε , λέει:

 

Άραγε θάρθουν να μας βρούν και μας σ΄ένα συρτάρι 

σε ένα ράφι με παλιά βιβλία στριμωγμένο

ό,τι απέμεινε απο εμάς φτωχό απομεινάρι

ένα βιβλίο, μιας ζωής, από καιρό λησμονημένο.

Αγωνιά ο ποιητής, γιατί και  η λήθη είναι ένα είδος θανάτου.

 

Αλλά ο ποιητής , θέλοντας να ξεφύγει από τη  «βουβή ερημιά», απ’ το σιωπηλό τοπίο του θανάτου,  με σατιρική και σαρκαστική διάθεση, ως άλλος Σουρρής    συνθέτει το ποίημα Εν τω κοιμητηρίω.   Τοποθετεί το πόνημα του,  προς το τέλος του βιβλίου, για να διασκεδάσει, έτσι,  τη θλίψη και τη μελαγχολία του θανάτου με ένα ποίημα, ας μου επιτραπεί ο όρος, «σουρρικό», το οποίο στηρίζεται σε ένα αληθινό περιστατικό.

Σαρκάζει ο ποιητής:

Τα βήματά μου έσυρα εν είδει περιπάτου/πρωίαν του Σαββάτου /εν τω κοιμητηρίω/ τι θέαμα γελοίο.

 

Εμπρός εφάνη γραία τις/σερνάμενη γονυπετής/ομοιάζουσα ως φάσμα/Θεέ μου ω, τι πλάσμα!

 

Τον λόγον μοι απηύθυνε/αναζητούσα διέξοδον/εκ του αδιεξόδου/λησμόνει της εξόδου

 

Μα δεν υπάρχει λόγος πια/την έξοδον να βρείτε/ συντόμως και αθέλητα/θα μας ξαναερθείτε! 

 

Άλλωστε, ο ποιητής μας  το δηλώνει, εξ αρχής. στο προλογικό του σημείωμα:

«Λατρεύω την ζωή και για αυτό ενθυμούμαι πάντοτε πως το γεγονός του Θανάτου, είναι εμπρός μου ώστε να μου υπενθυμίζει πως δεν είμαι αιώνιος τουλάχιστον στην παρούσα μου μορφή

 

Και μας προτρέπει:

«Σκεφθείτε, αναθεωρείστε, ζήστε με ουσία».

 

Ο Πάνος Χατζηγεωργιάδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1976. Σπούδασε οικονομικά και ψυχολογία σε Πανεπιστήμια της Αγγλίας, αλλά τον κέρδισε η μουσική. Είναι μέλος της ένωσης μουσικοσυνθετών Αγγλίας αλλά ασχολείται και με τη λογοτεχνία καθώς και με τη δημοσιογραφία. Υπήρξε υποψήφιος Βουλευτής και Ευρωβουλευτής. Το Άσματα Νεκρικά, αποτελεί την δεύτερη προσπάθειά του εις τα νεοελληνικά μας γράμματα. 




Σχολιάστε