Συνέντευξη του Νικορέστη Χανιωτάκη στο OTAVOICE

Αποκλειστική συνέντευξη στη Λία Τσεκούρα

«Η ΓΙΔΑ ή ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΣΥΛΒΙΑ;» 

του Έντουαρντ Άλμπι 

Θησείον-ΕΝΑ ΘΕΑΤΡΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ 

 

Συνέντευξη με τον Νικορέστη Χανιωτάκη, σκηνοθέτη ενός από τα κορυφαία και πιο εμβληματικά έργα της παγκόσμιας δραματουργίας.  

Οι μεγάλοι συγγραφείς είναι εκείνοι που μιλάνε απλά, λέγοντας μεγάλα πράγματα. (Νικορέστης Χανιωτάκης) 

 

Ποια είναι τα κριτήρια που σας ώθησαν να μεταφράσετε και να σκηνοθετήσετε αυτό το έργο;  

Ο Albee για εμένα είναι ένας συγγραφέας που με συγκινεί πολύ, το γράψιμό του, οι χαρακτήρες του, η γλώσσα του. Με συγκινεί με την έννοια της λέξης «συγκίνηση», συν-κινούμαι, «κινούμαι». Είναι ένας σπουδαίος συγγραφέας, ο οποίος μιλάει πολύ απλά, λέει μια απλή ιστορία και μέσα από αυτή έχει πολλά νοήματα και πολλά πράγματα που αγγίζουν τους πάντες. Ο Albee αγγίζει και ανθρώπους που δεν έχουν διαβάσει ποτέ στη ζωή τους ένα θεατρικό έργο. Οι μεγάλοι συγγραφείς είναι εκείνοι που μιλάνε απλά, λέγοντας μεγάλα πράγματα.  

Όλα τα έργα του Albee είναι μεγάλα έργα. Η Γίδα είναι για εμένα είναι το πιο σπουδαίο του ίσως, γιατί έχει χαρακτήρες που καλύπτουν σχεδόν όλο το φάσμα της κοινωνίας, κάτι που λίγοι συγγραφείς το κατορθώνουν. Ένας επιτυχημένος αρχιτέκτονας, ένας δημοσιογράφος, η κοινή γνώμη,  η σύζυγος, ο γιος που είναι ομοφυλόφιλος και εκπροσωπεί με έναν τρόπο μια ομάδα ανθρώπων. Επίσης ο Albee γράφει πολύ πυκνά, σε λιγότερο από 90 λεπτά λέει πολλά πράγματα, χωρίς να γίνεται ηθικοπλαστικός, χωρίς να δίνει στο πιάτο το μήνυμά του.  

Όσον αφορά τη μετάφραση θέλω να τονίσω ότι η μετάφραση μού δίνει ιδέες για τη σκηνοθεσίαΠροσπαθώ να γνωρίσω τον συγγραφέα μέσα από το έργο του. Πρώτα διαβάζω το έργο του, μετά τη ζωή του και σκηνοθετώ με βάση αυτά που μου έδωσε εκείνος, τα ερεθίσματα που παίρνω από το έργο του και τη ζωή του. Το ίδιο συνέβη και στη Γίδα. Διαβάζοντάς το μου ήρθε η ιδέα του σκηνικού, ενός διάφανου κύβου με τους θεατές να βρίσκονται γύρω από αυτό. Ο βασικός σκηνοθετικός άξονας της παράστασης είναι αυτός. 

Πώς πραγματεύεστε την εναλλαγή μεταξύ τραγικού και κωμικού στοιχείου; 

Η Γίδα έχει ένα εξαιρετικό χιούμορ που πρέπει να βγει στην επιφάνεια. Προσωπικά δεν μου αρέσει να βλέπω σοβαροφανώς τα πράγματα και αυτό αφορά τη διάθεση που αντιμετωπίζουμε ένα έργο. Η διάθεσή μου δεν ήταν «παιδιά θα κάνουμε Albee». Βασίστηκα στα λόγια τεσσάρων ανθρώπων, δεν έχει σημασία ποιος τους τα έδωσε, εμείς πρέπει να ερμηνεύσουμε αυτά τα λόγια. Δεν μου αρέσει να λέω «αυτό είναι Σοφοκλής», «αυτό είναι Albee», ούτε χρειάζεται να αποκτήσουμε στάση σοβαροφάνειας. Πρέπει να το δούμε ανθρώπινα και με χιούμορ, όπως βλέπουμε τη ζωή μας, την καθημερινότητά μας, που για να την αντιμετωπίσουμε, όσο δύσκολη κι αν είναι, επιστρατεύουμε και το χιούμορ μας. Το ίδιο γίνεται και στον Albee κι επειδή έχει ακραίες καταστάσεις, αυτές οδηγούν και σε πολύ μεγάλο γέλιο πολλές φορές.  

 Ποιες δυσκολίες συναντήσατε στην υλοποίηση; 

Δεν θα έλεγα δυσκολία, αλλά πρόκληση. Ήταν μια μεγάλη πρόκληση για εμάς όλη η υλοποίηση, και προσθέτοντας και τη συνθήκη με τις 4 πλευρές των θεατών, αυτομάτως ο πήχης ανέβηκε πολύ ψηλά. Ευτυχώς οι ηθοποιοί αντιμετώπισαν το σκηνικό όχι σαν εμπόδιο αλλά σαν πρόκληση – φανταστείτε ότι είναι ένας διάφανος κύβος 3x3, με την ανάλογη επίπλωση ενός σπιτιού. Αυτή η κοντινή επαφή σκηνής, θεατή και δράσης – μια δράση με βίαιες σκηνές, ρίψεις αντικειμένων – είναι εντυπωσιακή και αληθινή. Όλα αυτά συμβαίνουν ως μέρος της παράστασης, σου κόβουν την ανάσα και δεν είναι δυσκολία, είναι πρόκληση.  

 Τι θέλατε να τονίσετε με τη σκηνοθεσία σας; 

Το κείμενο του Albee είναι γεμάτο προκλήσεις. Μία από αυτές είναι το θέμα της Γίδας, το θέμα της κτηνοβασίας – και κατά πόσον θέλει να μιλήσει τελικά για αυτό, ή όχι. Κι εγώ τονίζω ότι θέλει να μιλήσει για τα πάντα, εκτός από αυτό. Η Γίδα είναι ένα πρόσχημα, μια πρόκληση να μας τραβήξει το ενδιαφέρον κι από εκεί και πέρα να μιλήσει για άλλα πράγματα. Ωστόσο, ακόμη κι αυτό έπρεπε να το διαχειριστούμε, παρά τις αντιδράσεις που δεχτήκαμε για το ανέβασμα αυτού του έργουΗ παράσταση αφηγείται την ιστορία τεσσάρων πασχόντων ηρώων, παρακολουθούμε τέσσερα τραγικά πρόσωπα, με την έννοια της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, όπου βλέπει κανείς να διαπράττονται ύβρεις, φόνοι, εγκλήματα κι όμως όλα αυτά μας συγκινούν. Για παράδειγμα, η παιδοκτόνος Μήδεια, ή ο αιμομίκτης Οιδίπους σε συγκινεί. Έτσι είναι και στη Γίδα. 

Αυτό που με ενδιαφέρει είναι να βγει στην επιφάνεια η ιστορία και να μοιραστούμε συναισθήματα στα 90 λεπτά της παράστασης. Γι΄αυτό και ό,τι νιώθει κανείς στην παράσταση είναι σωστό, από τη στιγμή που το νιώθει. 

 Τα έργα του Albee είναι συγκοινωνούντα δοχεία; 

Ο Albee δίνει έμφαση στα ζευγάρια, τον απασχολεί πολύ το αστικό περιβάλλον, η ζωή στην πόλη, τα ανδρόγυνα, οι επιτυχημένοι άνθρωποι, ο τρόπο που αντιμετωπίζουν την επιτυχία τους και πώς συνδέεται η κοινωνική επιτυχία με την οικογενειακή ζωή κι ευτυχία.  

Άρα,  δεν θα δω κατά πόσον ο Martin μοιάζει με τον George. Σίγουρα ένας συγγραφέας έχει μια ταυτότητα, διακρίνει κανείς ομοιότητες στον λόγο του, και στον Albee και στον Mamet και στον Williams. Νομίζω όμως ότι η Γίδα είναι από τα πιο πλήρη έργα του και από τα πιο ενδιαφέροντα στο finale τους – έχει ένα πολύ ισχυρό finale. Ενώ τα υπόλοιπα έργα του Albee είναι πιο ανοιχτά, εδώ έχουμε αρχή, μέση και τέλος. Η Γίδα είναι μια τραγωδία, γι΄αυτό και ο υπότιτλος του έργου είναι «σημειώσεις για τον ορισμό της τραγωδίας». Και θεωρώ ότι  ο Albee τον πρόσθεσε για να μας προβληματίσει για το τι σημαίνει τραγωδία στις μέρες μας. 

 Τι θα θέλατε να σκηνοθετήσετε μετά τη Γίδα; 

Υπάρχουν σχέδια για το μέλλον και είναι πράγματα που προκύπτουν, δεν τα ψάχνω, με συναντούν, όπως συναντούμε τους ανθρώπους στη ζωή μας. Έτσι και τα έργα είναι άνθρωποι που έρχονται ξαφνικά στην πόρτα σου. Ανεβάσαμε φέτος και τη Μήδεια του Μποστ, οπότε αυτή τη στιγμή η σαιζόν έχει ολοκληρωθεί για εμένα σκηνοθετικά. Ο Γ. Σκαφίδας κι εγώ που έχουμε την καλλιτεχνική διεύθυνση του Θησείου ετοιμάζουμε τα επόμενα βήματα και σκεφτόμαστε να ανεβάσουμε Ibsen την επόμενη χρονιά. 

 Ποια είναι η πιο σημαντική στιγμή ενός σκηνοθέτη; 

Η στιγμή που ακούς από τους συνεργάτες σου ότι θέλουν να ξαναδουλέψουν μαζί σου. Αυτό είναι μεγάλη ευτυχία, όπως η στιγμή που έζησα πρόσφατα στην εφηβική παράσταση «Η μουσική που σταμάτησε τον πετροπόλεμο»  εδώ σε αυτό το θέατρο. Στο τέλος, κλείσαμε με ένα τραγούδι του Θεοδωράκη, όχι από τα πολύ γνωστά, το «Ήτανε Νέοι» και ξαφνικά άρχισαν όλα τα παιδιά, (παιδιά στ’ δημοτικού), να το σιγοτραγουδάνε μαζί με τους ηθοποιούς. Αυτή ήταν μια από τις πιο συγκινητικές στιγμές που έχω ζήσει ποτέ στο θέατρο και σκέφτηκα «Θεέ μου πόσο τυχερός είμαι που κάνω αυτή τη δουλειά».  

Το θέατρο είναι ζωντανό, σου επιφυλάσσει εκπλήξεις εκεί που δεν το περιμένεις. Δεν χρειάζονται εφέ για να προκαλέσεις κάτι, αρκεί ένας άνθρωπος σε μια άδεια σκηνή! Αυτός ο άνθρωπος, με ένα του βλέμμα μπορεί να προκαλέσει εκατομμύρια συναισθήματα κι αυτό είναι μαγικό. Γι΄αυτό οι ηθοποιοί είναι μάγοι, ιερείς του Διονύσου.  

 Πώς θέλετε να αποχωρεί ο θεατής από την παράσταση; 

Φεύγει με πολύ μεγάλη ένταση, κάτι έχει δει, κάτι έχει νιώσει που τον έχει ταράξει κι αυτό για εμένα είναι πολύ ουσιαστικό. Άλλωστε δεν είμαστε προκλητικοί, ούτε γινόμαστε εριστικοί. Είναι το ίδιο το έργο που προκαλεί συναισθήματα κι αυτό που συμβαίνει στους ηθοποιούς, οι οποίοι είναι πολύ δοτικοί από την πρώτη στιγμή της πρόβας μέχρι τώρα. Επίσης, η παράσταση ξεκινάει με γέλιο, βλέπουμε τον κόσμο να χαμογελάει αμήχανα με το θέμα. Σε κάθε περίπτωση σίγουρα μοιραζόμαστε όλοι μας συναισθήματα, είτε η παράσταση αρέσει, είτε δεν αρέσει. Αγαπάω πολύ αυτό το έργο, τη Γίδα και δεν με κουράζει να την παρακολουθώ. Θα ήθελα ο κόσμος να νιώθει το έργο, να εισπράττει συναισθήματα και στο τέλος να δει εάν πέρασε καλά, όχι αν αυτό που είδε ήταν καλό ή κακό, δεν υπάρχει καλό και κακό.  

 Επιλέγετε την υποκριτική ή τη σκηνοθεσία και ποιες είναι οι σκηνοθετικές αναφορές σας; 

Τα πάντα εξαρτώνται από το έργο. Επιλέγω εάν θα σκηνοθετήσω ή εάν θα παίξω, αναλόγως με το έργο και τον κάθε ρόλο. Όσον αφορά τη σκηνοθεσία θεωρώ τον Γερμανό Τόμας Οστερμάγιερ τον σπουδαιότερο σκηνοθέτη του κόσμου Θαυμάζω και πολλούς Έλληνες που είναι επιτυχημένοι σε πολλούς χώρους, σκηνογράφους, σκηνοθέτες και γενικά θεωρώ ότι οι η Ελλάδα έχει πολλά ταλέντα, ίσως πάσχουμε λίγο στη συγγραφή, καθώς μερικές φορές γινόμαστε διδακτικοί. 

 Τι περιμένετε από το θέατρο σήμερα; 

Περιμένω να συνεχίσει να προσφέρει στον κόσμο συναισθήματα, προβληματισμούς και να μου κάνει τη χαρά και την τιμή να με φιλοξενεί,  να μου δίνει χώρο, διότι νιώθω πολύ ευτυχισμένος μέσα από το θέατρο και όσο είναι υγιές το θέατρο και απαρτίζεται από ανθρώπους που θαυμάζω και αγαπώ και μπορώ κι εγώ να είμαι ανάμεσά τους, τότε είμαι ευτυχισμένος. Δεν έχω μεγάλες προσδοκίες ούτε από τους ανθρώπους, ούτε από τη ζωή, αλλά μου αρέσει να έχω χώρο σε πράγματα με τα οποία είμαι ερωτευμένος. 

 Η Ελλάδα παράγει πολιτισμό σήμερα; 

Ναι, βεβαίως παράγει πολιτισμό και δεν μου αρέσει να κάνω συγκρίσεις με το παρελθόν. Πιστεύω ότι κάθε στιγμή είναι μοναδική, οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί, μπορούμε να εκμεταλλευθούμε τη γλώσσα μας που είναι σπουδαία και να ανατρέξουμε και στους προηγούμενους. Πιστεύω ότι η Ελλάδα παρήγαγε, παράγει και θα παράγει πολιτισμό, διότι είμαστε σε έναν ευλογημένο τόπο που συνεχώς παράγει, δίνει ερεθίσματα –  ακόμη και στη μαυρίλα της, η Ελλάδα δίνει πράγματα κι αυτό είναι μοναδικό.  

 Ποια είναι η σχέση σας με την Ελλάδα; 

Όταν ήμουν στο Λονδίνο θέλησα να επιστρέψω συνειδητά εδώ, διότι εδώ παίρνω ερεθίσματα,. Δεν με ενδιαφέρει να κάνω θέαμα, θέλω να δημιουργώ πράγματα που με συγκινούν κι έχουν νόημα. Η Ελλάδα το έχει αυτό σε μεγάλο βαθμό, σου δίνει και τα ερεθίσματα και τον λόγο για να δημιουργήσειςΥπάρχει στη φύση μας αυτή η ενέργεια, ακόμη και η γλώσσα μας έχει μια ποιητικότητακι εμείς οι ίδιοι έχουμε ένα χιούμορ που μας σώζει, μερικές φορές. Η σοβαρότητα χρειάζεται στον τρόπο που αντιμετωπίζεις τον θεατή, αλλά γενικά έχουμε μια παιδικότητα που θα πρέπει να τη διατηρούμε διότι μας κρατάει ζωντανούς 

 Ποια οδηγία δίνετε στους ηθοποιούς σας;  

Θεωρώ ότι η παιδικότητα αυτή φαίνεται και στους ηθοποιούς, η τέχνη τους κάνει να φαίνονται νεότεροι και πιο ζωντανοί διότι τους ζει το πάθος τους. Εγώ μια οδηγία δίνω στους ηθοποιούς μετά τις πρόβες: «είστε παιδιά, που σας λένε οι γονείς σας ότι έχετε μιάμιση ώρα να παίξετε και μετά πάλι σπίτι για διάβασμα» Αυτό το παίξιμο που σε απελευθερώνει είναι η δουλειά του ηθοποιού για εμένα! 

Ευχαριστούμε πολύ τον  

Νικορέστη Χανιωτάκη! 

 

Λία Τσεκούρα, 

Γ.Γ. του Σωματείου Ελλήνων Κριτικών Μουσικής, Θεάτρου & Χορού. 

 

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ 

 

«Η ΓΙΔΑ ή ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΣΥΛΒΙΑ;» 

του Έντουαρντ Άλμπι 

θησείον-ΕΝΑ ΘΕΑΤΡΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ

«Η Γίδα ή Ποια είναι η Σύλβια;»
(σημειώσεις για τον ορισμό της τραγωδίας)

του Έντουαρντ Άλμπι  

Από 7 Οκτωβρίου 2019
για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων
κάθε Δευτέρα & Τρίτη στις 9.15 μ.μ.
στο θησείον, ΕΝΑ ΘΕΑΤΡΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ 

 

 

2ος ΧΡΟΝΟΣ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ
μετά από 36 συνεχόμενες sold out παραστάσεις
και 5.000 θεατές! 

Η παράσταση που έκανε ρεκόρ στα 9α θεατρικά βραβεία Θεσσαλονίκης:
 

  • Καλύτερη παράσταση 2019 
  • Καλύτερη σκηνοθεσία (Νικορέστης Χανιωτάκης) 
  • Α’ Ανδρική Ερμηνεία (Νίκος Κουρής) 
  • Α’ Γυναικεία Ερμηνεία (Λουκία Μιχαλοπούλου) 
  • Καλύτερο σκηνικό (Αρετή Μουστάκα) 
  • Καλύτεροι φωτισμοί (Χριστίνα Θανάσουλα) 

 

Ένα από τα κορυφαία και πιο εμβληματικά έργα της παγκόσμιας δραματουργίας σε σκηνοθεσία:
Νικορέστη Χανιωτάκη

Πρωταγωνιστούν:
Νίκος Κουρής, Λουκία Μιχαλοπούλου
Γιάννης Δρακόπουλος, Μιχαήλ Ταμπακάκης 

Λίγα λόγια για το έργο:
Το 2000 ο βραβευμένος με τρία Πούλιτζερ Αμερικάνος συγγραφέας Έντουαρντ Άλμπι έγραψε την «Γίδα», η οποία θεωρείται ένα από τα κορυφαία και πιο τολμηρά του έργα μαζί με το «Ποιος φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ;». Κείμενο με έντονο χιούμορ, εκρηκτικούς χαρακτήρες, πανέξυπνους διαλόγους, σκληρότητα, αλλά ταυτόχρονα μεγάλη τρυφερότητα, υποδεικνύει όχι μόνο το μέλλον των έως τώρα παραδοσιακών δομών της κοινωνίας, αλλά και τα κρίσιμα ερωτήματα που βασανίζουν τον σύγχρονο άνθρωπο.

«Οι άνθρωποι λένε ψέματα στον εαυτό τους για το ποιοι είναι και πώς βλέπουν τον εαυτό τους. Το έργο μου αφορά την ανικανότητά μας να είμαστε αντικειμενικοί με τον εαυτό μας».
Έντουαρντ Άλμπι

Υπόθεση:
Ο Μάρτιν (Νίκος Κουρής), ένας επαγγελματικά άκρως επιτυχημένος οικογενειάρχης, χωρίς να πάψει να αγαπάει την γυναίκα του (Λουκία Μιχαλοπούλου), ερωτεύεται την Σύλβια, η οποία «τυχαίνει» -όπως λέει ο ίδιος- να είναι… γίδα! Ο δημοσιογράφος και καλύτερός του φίλος Ρος (Γιάννης Δρακόπουλος) το «καρφώνει» στην σύζυγο και στον γιο του (Μιχαήλ Ταμπακάκης), με αποτέλεσμα η μία ακραία αντίδραση να φέρει την άλλη, μέχρι το συναρπαστικό φινάλε! 




Σχολιάστε