Γιώργος Λιβανός: Δημιουργός των «θεατρίνων Θεατές» και εκπρόσωπος στην Ελλάδα του Γραμμικού Συμβολισμού

Μετά από έναν θρίαμβο 150 παραστάσεων του «Απόψε Αυτοσχεδιάζουμε» που χαρακτηρίστηκε από κοινό και κριτικούς μια από τις καλύτερες παραστάσεις της χρονιάς κι ένα από τα καλύτερα ανεβάσματα του πιραντελικού έργου από το 1961 και μετά,  ο Γιώργος Λιβανός και η ομάδα του Θεατρίνων Θεατές σοκάρουν την Αθηναϊκή σκηνή με ένα έργο σύγχρονο, σκληρό αλλά κι ευαίσθητο, γραμμένο από έναν από τους σημαντικότερους εν ζωή Έλληνες συγγραφείς, τον Γιώργο Σκούρτη!

Διαβάστε τη συνέντευξη του σκηνοθέτη, ηθοποιού και δημιουργού της ομάδας Γιώργου Λιβανού στο OTAVOICE και την Λία Τσεκούρα.

Κύριε Λιβανέ, σήμερα είναι η ντερνιέρα του Απόψε Αυτοσχεδιάζουμε, πώς νιώθετε;

«Ναι, ντερνιέρα και με μεγάλη θλίψη διότι το Απόψε Αυτοσχεδιάζουμε ήταν μια πρόκληση για τους Θεατρίνων Θεατές. Γιορτάσαμε 150 παραστάσεις και νομίζω ήταν ένας θρίαμβος. Όταν ξεκίνησε η σκέψη του Απόψε από παραίνεση του στενού συνεργάτη μου Βασίλη Μπουζιώτη, σκέφτηκα πώς θα μπορούσα να αναμετρηθώ με την παράσταση του Μυράτ, που δεν έχει φήμη τόσο για το έργο όσο για τη μουσική του Χατζηδάκη. Σκέφτηκα ότι σε κάθε περίπτωση είχα σύμμαχο τη Ρωζίτα που δέχτηκε να το προχωρήσουμε και σημαντικούς συνεργάτες. Η Γιοβάννα Πρασίνου έκανε τα σκηνικά, ο Σάκης Τσιλίκης που έκανε αυτή την υπέροχη μουσική, η οποία έδεσε τόσο πολύ με το έργο. Έτσι έγινε μια παράσταση που κατάφερε να ξεπεράσει τον παλιό μύθο του Απόψε συγκρίσιμη με τον μύθο του 1961 και για πολλούς κριτικούς το καλύτερο και πληρέστερο ανέβασμα του Απόψε στην Ελλάδα, κάτι που ήταν πολύ τιμητικό για εμένα και ένα πολύ μεγάλο κέρδος για την ομάδα».

Ιδιαίτερο ρόλο παίζει κι ο στίχος που είναι δική σας δημιουργία και δίνει και μια ιδιαίτερη δυναμική στο έργο.

«Ναι, ο στίχος πράγματι μου άρεσε. Ακόμη και η Μαριάννα Τόλη, από τους λίγους ανθρώπους που μπορούν να γράψουν μιούζικαλ στην Ελλάδα, μου είπε «μπορείς». Πράγματι, κι εγώ στηρίχθηκα στο κείμενο του Pirandello και έγραψα στίχους και νομίζω ότι πέτυχε».

Οπότε, τώρα έρχεται το ΣΟΚ!

«Ναι είναι οι μέρες που δεν κοιμάμαι και δουλεύω, χωρίς υπερβολή, 20 ώρες την ημέρα. Δεν είναι μόνο οι γενικές δοκιμές του Σοκ που είναι πολύωρες αλλά και οι παραστάσεις του Απόψε – το Σοκ θέλει μόνο οκτώ ώρες πρόβες την ημέρα. Ο θίασος αποτελείται από 10 ηθοποιούς, όπου η  βάση είναι η ομάδα του Απόψε, η Καίτη Ιμπροχώρη, ο Γιάννης Τσιώμου, η Όλγα Πρωτονοταρίου, η Σοφία Μπεράτη, ο Μάνος Χατζηγεωργίου. Η ομάδα του Σοκ – στην οποία προστέθηκαν δύο παλαιοί συνεργάτες – είναι εξ΄ίσου δυνατή με την ομάδα του Απόψε και διαισθάνομαι ότι θα έχει την ίδια επιτυχία με το Απόψε. Άλλωστε και με το Απόψε δεν τελειώνει ο κύκλος, φιλοδοξώ ότι θα υπάρξει συνέχεια στην Αθήνα, ίσως κι εκτός Ελλάδας. Αλλά όλα αυτά θα τα δούμε μετά την πρεμιέρα του Σοκ».

Συναντήσατε δυσκολίες στο ανέβασμα της παράστασης;

«Ναι, είναι ένα πολύ δύσκολο έργο. Ο Γιώργος Σκούρτης με τίμησε, διότι με διάλεξε για να μου δώσει το έργο του και το συζητούσαμε για δύο περίπου χρόνια. Το έργο είναι δύσκολο και απαιτητικό∙ ο συγγραφέας ήταν παρών στις πρόβες κι ό,τι δεν του άρεσε το έλεγε ευθέως και ζητούσε να πάμε προς την άποψή του, η οποία ήταν και η απόλυτα σωστή. Κι εμείς, μερικές φορές, ενεργούμε με εντιμότητα στην προσπάθεια να προσεγγίσουμε ένα κείμενο, αλλά ίσως αποκλίνουμε από την άποψη του συγγραφέα που είναι πάντοτε η σωστή. Είχαμε το ευτύχημα να είναι παρών ένας κορυφαίος δημιουργός, προσωπικά τον θεωρώ έναν από τους καλύτερους εν ζωή Έλληνες συγγραφείς, για να μην πω τον σημαντικότερο και αδικήσω τους υπόλοιπους. Ήταν ευτυχία για εμάς να είναι παρών στις πρόβες και να μας μιλάει για τον τρόπο που σκέφτηκε το έργο, για τον τρόπο που το ολοκλήρωσε – του πήρε σχεδόν δέκα χρόνια – κι είναι αποτύπωμα της σύγχρονης Ελλάδας.  Είναι αποτύπωμα του προβληματισμού μας, των αδιεξόδων που βιώνουμε,  της ελπίδας που ο Έλληνας κουβαλάει στο DNA του και δεν πρέπει να το ξεχνάμε αυτό».

Πώς προσεγγίσατε αυτές τις ιδιαιτερότητες;

«Όσον αφορά την προσέγγιση, εγώ το είδα  – και θα σας πω απλοϊκά τη φράση αφού άλλωστε δεν έχει ξαναγίνει στην Ελλάδα, οπότε ας εκμεταλλευτώ την ευκαιρία να το πω πρώτος –  ως road theatre play. Είναι σαν ένα θέατρο δρόμου, ένα είδος θεάτρου όπου οι ηθοποιοί είναι διαρκώς σε κίνηση σε έναν δρόμο αδιεξόδου, μιας προσπάθειας να προχωρήσουν  σε μια ζωή που μας στέλνει διαρκή αδιέξοδα και εμπόδια στην ολοκλήρωση των προσδοκιών μας. Αυτή την προσέγγιση τη χρησιμοποίησα και στο στήσιμο και στην παραστασιοποίηση και στο σκηνικό».

Με ποιον τρόπο εργαστήκατε πάνω στην παραστασιοποίηση;

«Όλο το Studio Κυψελης σήμερα αλλάζει! Μόλις τελειώσει το Απόψε, γίνεται ανακατασκευή του χώρου και το σκηνικό μεταμορφώνεται σε αυτό το μαγικό σκηνικό που έχει σχεδιάσει η Δέσποινα Βολίδη που θα αγγίξει όλον τον χώρο κάτω και μας έχει συνεπάρει διότι είναι κάτι διαφορετικό».

Τι καινούργιο κομίζει το Σοκ;

«Ο ελληνικός λόγος απέχει πολύ από τον Pirandello. To σημαντικό είναι ότι ο λόγος του Σκούρτη είναι τόσο ιδιαίτερος, τόσο σημαντικός και τόσο πολύ σύγχρονος και δεν έχει καμία σχέση με Pirandello. Δεν έχει καμία σχέση με τα μεγάλα προβλήματα του Pirandello, για την ανάγκη του ανθρώπου να εκφραστεί μέσω του θεάτρου, τα αδιέξοδα, τα προσωπεία. Εδώ μιλάμε για τις δυσκολίες του σύγχρονου ανθρώπου, τα προβλήματα επιβίωσης, τα αδιέξοδα της σύγχρονης κοινωνίας και των ανθρωπίνων σχέσεων, την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο, που όσο περνάει ο καιρός, η οποία τώρα δεν ξέρω εάν υπάρχει πια. Είμαστε φύσει και θέσει αισιόδοξοι οι Έλληνες, αλλά προσωπικά ελπίδα θέλω, αλλά δεν βλέπω.

Ο Γραμμικός Συμβολισμός εντάσσεται και στο Σοκ;

Βέβαια! Αυτό το έργο το επέβαλλε περισσότερο, διότι  είναι ένα κείμενο, για το οποίο ο Σκούρτης μας είπε το προφανές∙ «παίζετε αυτό που διαβάζετε».  Ο Γραμμικός Συμβολισμός είναι ένα σύστημα που έχω ενστερνιστεί από το εξωτερικό και το γνώρισα στη Σουηδία και υπάρχει στα περισσότερα θέατρα της Ευρώπης. Είναι ένα είδος θεάτρου, το οποίο δίνει κέντρο βάρους στον λόγο, προσπαθεί ν αποκρυπτογραφήσει με ακρίβεια τη σκέψη του συγγραφέα και  αφού κατανοήσουμε το κείμενο μετά βρίσκουμε τρόπο να το κάνουμε φόρμα θεατρική, δηλαδή αναζητούμε τον τρόπο να εκφράσουμε το κείμενο. Αυτό το συνδέω με το σωματικό θέατρο που κατέχω, νομίζω, καλά και άπτεται του γραμμικού συμβολισμού, καθώς τα κομμάτια του Γραμμικού Συμβολισμού σηματοδοτούν ένα παζλ με ατελή, πολλές φορές, κομμάτια και γίνονται ένα σχήμα που θα έλξει τον θεατή, τα βλέπουμε δηλαδή ως ενότητα».

Αυτή η προσέγγιση διέπει το έργο σας;

«Ναι, αυτή είναι κι η μεγάλη δυσκολία, καθώς επιλέγω έργα που έχουν αυτήν ακριβώς την ειδική δυσκολία ένωσης των κομματιών, όπως και το Απόψε αλλά και περισσότερο στο Σοκ που είναι σπονδυλωτό και  – θα το πω πρώτη φορά σε εσάς –  αποτελείται από περίπου 10-12 συγκλονιστικά μονόπρακτα. Κάθε φορά που ακούω το κείμενο του Σκούρτη – και το δηλώνω με πλήρη επίγνωση – συγκινούμαι και αντιλαμβάνομαι και μια διαφορετική σχέση. Έτσι προωθείται και η δική σου ταυτότητα και αντιμετωπίζεις τη ζωή διαφορετικά».

Πώς γίνεται η επικοινωνία αυτών των σημασιών;

«Η ομάδα μου, Θεατρίνων θεατές επικοινωνούσαν αυτό που ήθελαν. Τα πάντα υπήρχαν μέσα στο πρόγραμμα. Δεν σκέφτηκα το κόστος, ήθελα να εκδίδεται ολόκληρο το έργο, με τις μελέτες. Ήθελα να είναι πλήρη τα προγράμματά και αυτή ήταν και η συμφωνία με τους εκδότες μου, τον Αιγόκερω συγκεκριμένα. Ήθελα να εκδοθεί ένα πρόγραμμα που θα μείνει στη βιβλιοθήκη εκείνων που θα το αγοράσουν. Έτσι είναι και το πρόγραμμα του Σοκ. Και μάλιστα τονίζω και στο πρόγραμμα πόσο μεγάλο δώρο ήταν για εμένα η γνωριμία με τον Σκούρτη. Γνώρισα έναν άνθρωπο φιλόσοφο και φιλοσοφημένο και είναι τιμή μου που έγινε δικός μου άνθρωπος».

Τι σας άφησε η προετοιμασία του Σοκ;

«Ακόμη είναι ένα έργο στη γένεσή του. Θέλουμε στην πρεμιέρα να δούμε ένα μωρό να γεννιέται.  Χαίρομαι που προσεγγίσαμε αυτό το έργο, διότι ο λόγος του Σκούρτη είναι κοφτός, συνοπτικός, φιλοσοφημένος και μεταφέρει τη φιλοσοφία και την τοποθέτηση μιας ολόκληρης ζωής. Ο ίδιος γνωρίζει πολύ καλά την ελληνική κοινωνία και  προβληματίζεται για το αύριο. Είναι ένας αισιόδοξος, κουρασμένος, αριστερός επαναστάτης και δε σταματά να μάχεται, είναι πιο ζωντανός από ποτέ’.

Τι είναι το Σοκ;

«Το Σοκ περνάει την κραυγή του ανθρώπου, αυτή είναι η έννοια του Σοκ∙ όταν βρισκόμαστε σε κάποιο μεγάλο αδιέξοδο και μας κόβεται η ανάσα από τρόμο, από τα δεινά που αντιμετωπίζουμε, η ανάσα μας κόβεται στιγμιαία, αλλά δεν σταματά η ζωή μας. Το Σοκ είναι η μικρή διακοπή για να υπάρξει συνέχεια, δεν παραλύει τα πάντα, αλλά δημιουργεί συνέχεια. Ο Σκούρτης μέρα από τις κωμικές του στιγμές, δεν θέλησε να γράψει ένα έργο δραματικό, τονίζει τα αδιέξοδα και προχωρά, αναφέρεται σε κάθε άνθρωπο της Μεσογείου. Αυτό που τονίζει μέσα από τα αδιέξοδα είναι η ελπίδα του ανθρώπου για το καλύτερο».

Σε τι διαφέρουν οι νέες γενιές από τις προηγούμενες;

‘Τα νέα παιδιά δεν έχουν τη δυνατότητα να έχουν ευρείς ορίζοντες,  αντιμετωπίζουν μια καθημερινότητα στενή και μικρή και αυτό καταδικάζει ο Σκούρτης. Ίσως θα πρέπει μετά το σοκ της μεταμοντέρνας περιόδου να δούμε λίγο πιο μακριά το αύριο και να το οραματιστούμε. Ο Σκούρτης ελπίζει και αισιοδοξεί ότι δεν υπάρχει τέλος – κι αυτό είναι πολύ σημαντικό».

Είναι η πρώτη φορά που ανεβαίνει το Σοκ;

«Ναι, και είναι πολύ συγκινητικό διότι ο Σκούρτης μας επέλεξε για να μπει στην Αθηναϊκή σκηνή μετά από δέκα χρόνια. Είναι το 3ο μέρος της τριλογίας Κομμάτια και Θρύψαλα. Το 1ο ανέβηκε στο Θέατρο Τέχνης του Γ. Αρμένη πριν από 15-20 χρόνια, το 2ο ανέβηκε στο ΚΘΒΕ και το 3ο είναι αυτό που ανεβάζουμε εμείς, οπότε κλείνει η τριλογία. Έτσι, όπως είπε κι ο συγγραφέας, είναι ελεύθερος κανείς να πάρει αυτούσια κομμάτια από την τριλογία για να τα ανεβάσει ως παράσταση».

Σκηνοθεσία ή υποκριτική;

«Εγώ είμαι ηθοποιός! Έχω ανάγκη να παίζω, αλλά είμαι οργανωτής της ομάδας Θεατρίνων Θεατές που είναι η ζωή μου και αυτού του θεάτρου που είναι επίσης η ζωή μου, ενώ παράλληλα οργανώνω παραστάσεις δικές μου και τις πάρα πολλές παραστάσεις που οργανώνουμε στο Studio Κυψέλης  – φέτος είναι η πιο γόνιμη θεατρική μας σαιζόν. Οπότε κάποιος πρέπει να ελέγχει αυτά που συμβαίνουν, οπότε ίσως χάνω την ευκαιρία να παίξω, όπως και με δύο έργα που μου πρότειναν, αλλά δεν μπόρεσα να τα δεχτώ.

Και για πρώτη φορά το λέω σε εσάς, είχα προγραμματίσει να παίξω στο Romancero του Jacques Deval, αλλά αναβάλλεται, διότι δεν μπορούσα με την οργάνωση των δικών μου παραστάσεων αλλά και του θεάτρου να επωμιστώ κι άλλο ρόλο.

Κι αυτό συμβαίνει σε όλους τους δημιουργούς, όπως στον Fellini και τον Pazolini, όταν έχεις τόσα πράγματα να διευθετήσεις δε μπορείς να παίξεις. Όταν είναι να παίξω, θέλω να είμαι ακριβώς ο ρόλος, χωρίς να σκέφτομαι τίποτε άλλο».

Υπάρχει κρατική βοήθεια σε όλη αυτή την υπέρογκη προσπάθεια;

«Δυστυχώς, για δεύτερη συνεχή χρονιά είμαστε κομμένοι από τις επιχορηγήσεις και αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο αγκάθι στην ολοκλήρωση των σκέψεών μας. Έχω υποστεί σε προσωπικό επίπεδο μεγάλη οικονομική ζημία για να κάνω το θέατρο που ονειρεύομαι, αλλά δεν ξέρω πόσο θα αντέξω.  Πληρούμε όλες τις προϋποθέσεις, υπάρχει ένα συγκεκριμένο πακέτο από το υπουργείο, ως απαίτηση κι εμείς το πληρούμε με απόλυτη ακρίβεια αλλά για λόγους ίσως μικροκομματικούς, μικροπολιτικούς, όχι όμως αντικειμενικούς. Ξέρω ότι ο φάκελος ήταν τόσο πλήρης  και δεν υπάρχει ανάλογος από ελληνική ομάδα. Επίσης με τη Σουηδία που μίλησα μου είπαν ότι η πρότασή μου δεν θα υπήρχε περίπτωση να απορριφθεί από κανένα υπουργείο αφού ήταν τόσο πλήρης.

Το Απόψε χαρακτηρίστηκε από τις πιο επιτυχημένες παραστάσεις της χρονιάς αλλά δεν το ενέκριναν. Η πρόταση του Απόψε δεν ενεκρίθη ούτε για παραστάσεις του χειμώνα, ούτε για το καλοκαίρι. Οι Θεατρίνων Θεατές είναι για κάποιον λόγο κομμένοι από το Υπουργείο.

Θα μπορούσα να πιέσω την επιτροπή, αλλά δεν θέλω, έχω δώσει έναν φάκελο κι εκείνοι οφείλουν να τον διαβάσουν. Παραδόξως δεν έχω πάρει απάντηση γιατί κόπηκε η ομάδα, ζητάω το σκεπτικό απόρριψης και δεν μου έχει αποδοθεί από τον Μάιο. Ίσως δεν επιλεγήκαμε, αλλά απλώς κοπήκαμε διότι δεν υπάρχει σκεπτικό απόρριψης – κι αυτό είναι το χειρότερο. Σε κάθε άλλη χώρα το καλλιτεχνικό έργο αμείβεται. Εκεί εγκρίνεσαι, αφού τελέσεις το έργο, ενώ στην Ελλάδα συμβαίνει το αντίθετο. Μπορείς – είναι γεγονός – να προτείνεις κάτι πλασματικό κι όταν εγκριθεί να το κάνεις. Αλλά δεν γίνεται έτσι. Θα έπρεπε να πληρούνται οι προϋποθέσεις, να ελέγχονται και μετά να δίνονται οι επιχορηγήσεις. Η ομάδα Θεατρίνων Θεατές παράγει έργο και το γεγονός ότι το Υπουργείο Πολιτισμού, ηθελημένα μας σαμποτάρει με στενοχωρεί πολύ. Εμείς έχουμε στις αποσκευές μας Ρωζίτα Σώκου, Γιώργο Σκούρτη,  Pirandello, Μαριάννα Τόλη, Καίτη Ιμπροχώρη, Γιάννη Σολδάτο, Σίμωνα Πάτροκλο, Δέσποινα Βολίδη, Γιοβάννα Πρασίνου και όλοι έχουμε την καλλιτεχνική αξία και την προσωπική μας ιστορία. Γιατί μας αγνοούν;»

Ποια έργα επιλέγετε; Κλασικά ή έργα σύγχρονων Ελλήνων συγγραφέων;

«Επιλέγω έργα και κάνω θέατρο ρεπερτορίου. Προσπαθώ να αγγίξω άπαιχτα, ή λιγότερο γνωστά ή κάποια που στο μυαλό μου έχουν μείνει πολύ σημαντικά κείμενα. Επιλέγω τα καλύτερα έργα  που υπάρχουν ανά τον κόσμο, από τους καλύτερους συγγραφείς και φυσικά μέσα σε αυτούς υπάρχουν και Έλληνες. Επέλεξα να κάνω Σκούρτη, Σολδάτο, Χρονά, Μιχαλάτου. Δεν εγκλωβίζομαι στο έργο μιας προηγούμενης επιτυχίας – φέτος επαναφέραμε τον Pirandello, παίζονται τέσσερις παραστάσεις του Pirandello   και το Εθνικό Θέατρο.  Επίσης συνεργάζομαι με έναν συγγραφέα νέο στα θεατρικά τον Θάνο Αγγέλου, σε δική του παραγωγή και δική μου σκηνοθεσία. Ο Θάνος Αγγέλου ήταν συνεργάτης του Fellini, βοηθός σκηνοθέτη και ανεβάζουμε ένα θρίλερ, το πρώτο του θεατρικό, που μου αρέσει πολύ ως θεατρικό είδος και θα κάνει πρεμιέρα μέσα στον Νοέμβρη, ή αρχές Δεκέμβρη».

Ποιο είναι το όριο στη διασκευή μιας παράστασης;

«Με ενδιαφέρει πολύ να παρατηρώ κατά πόσον ο σκηνοθέτης κρατά τη γραφή. Θεωρώ ότι είναι καλό να πειράζουμε τα κείμενα αλλά να καταλαβαίνει κι ο θεατής τι έχει να δει. Δεν πρέπει να αλλοιώνουμε το πνεύμα του συγγραφέα και τη δυναμική του έργου.

Εκτός κι αν πειραματιζόμαστε πάνω στον Ibsen ή τον Pirandello, αλλά τότε δεν θα είναι Pirandello, ούτε Ibsen, αλλά μια καινούργια ματιά.

Το βασικό δεδομένο που πρέπει να ισχύει είναι ο λόγος.  Μπορούμε να εκσυγχρονίσουμε τον λόγο ενός κειμένου του 1930, το οποίο δεν αφορά την πραγματικότητα του 2018, αλλά το κείμενο οφείλει να ανέβει όπως γράφτηκε από τον συγγραφέα. Ο σκηνοθέτης πρέπει να σέβεται το κείμενο, η φόρμα της παράστασης δίνει τη δυνατότητα ελευθερίας, αλλά τα μέσα δεν γίνεται να προδίδουν το κείμενο. Το έργο μπορεί να προχωρήσει χωρίς να χάσει την ταυτότητα του συγγραφέα. Έτσι, οφείλουμε να σεβόμαστε πρώτα από όλα τη γραφή, όταν επιλέγεις Ιbsen, επιλέγεις αυτό.

Ωστόσο, ως σκηνοθέτης δεν τάσσομαι υπέρ της άλλης άκρης, όπου ανεβαίνουν κλασικά έργα απείραχτα. Θα πρέπει ένα έργο να έχει και μια άποψη, τι προσδιορίζει, τι θέλει να πει με το ανέβασμά του, αλλιώς δεν έχει λόγο να ανέβει.  Οι κλασικά απείραχτες αναγνώσεις είναι το άλλο μεγάλο κακό του θεάτρου. Τα κείμενα δεν αναπνέουν από μόνα τους πρέπει να τα μπολιάσεις με άποψη».

Υπάρχει κάποια άλλη πληγή για εσάς στο θέατρο;

«Ναι, η δεύτερη πληγή είναι οι παραστάσεις των τριών ημερών. Όταν επιλέγει κανείς μια παράσταση δύο ή τριών ηθοποιών και την ανεβάζει σε κάποιο μπαρ για τρεις ημέρες δεν μιλάμε για επαγγελματισμό, μιλάμε για καταστροφή του θεάτρου. Είναι μια αρπαχτή χωρίς λόγο γένεσης κι όσοι τη δουν ίσως τη δουν τυχαία.  Έτσι και τα νέα παιδιά μαθαίνουν την τσαπατσουλιά, καθώς οι παραστάσεις δεν μπορούν να γίνονται με λιγότερο από τρεις μήνες πρόβα – είναι πολύ σημαντικό αυτό!

Οι σημαντικές παραστάσεις ανεβαίνουν με προετοιμασία έξη μηνών. Αυτό συμβαίνει διότι πρέπει κανείς να οσμιστεί το κείμενο, να το κατανοήσει, να καταλάβει τη φόρμα που θέλει ο σκηνοθέτης, αλλά κι ο σκηνοθέτης να καταλάβει που μπορούν να φτάσουν οι ηθοποιοί και να τους βοηθήσεις να ξεπεράσουν τα στενά τους όρια. Κι έτσι όλοι μαζί να φέρουν ένα αποτέλεσμα, διότι πρέπει μια παράσταση να έχει μια ενότητα. Στις δύσκολες παραστάσεις, του Pirandello π.χ. μπορεί να κάναμε κι ένα κούρδισμα 40 λεπτών καθημερινά και το κάνω σε όλα μου τα έργα. Ο ηθοποιός πρέπει να θυμάται το κείμενο και τις πρόβες και να μπαίνει  στο μεδούλι της παράστασης».

Σε τι βαθμό κουβαλάτε πάνω σας στοιχεία από προηγούμενες παραστάσεις που ίσως λειτουργούν επιβαρυντικά;

«Προσπαθώ να αδειάζω τις αποσκευές μου κάθε φορά. Κάθε νέα παράσταση είναι ένα νέο ταξίδι. Κι αυτό που λένε «αυτή η παράσταση είναι Λιβανός» προσωπικά δεν θέλω να υπάρχει. Ο σκηνοθέτης που σκέφτεται με ιδιαίτερο τρόπο δεν πρέπει να επαναλαμβάνει, πρέπει να αντιλαμβάνεται κάθε κείμενο σαν ένα διαφορετικό κείμενο, μια νέα αρχή.   Μου αρέσει να έχω νέα ερεθίσματα και να ψάχνω διαφορετικές προσεγγίσεις. Άλλωστε, κάθε ηθοποιός θα πρέπει να βλέπει το λιγότερο 60-70 παραστάσεις για να δει πού πηγαίνει το θέατρο, τι πάει καλά ή τι δεν πάει καλά».

Περνάει κρίση το θέατρο στην Ελλάδα;

«Ναι, περνάει κρίση διότι τα νέα παιδιά δεν δουλεύουν όπως οι παλαιότεροι. Θέλουν λίγες πρόβες, εύκολες πρόβες, εύκολα έργα, ενώ είναι απαραίτητες πεντάωρες πρόβες, δυστυχώς μη αμειβόμενες. Μέχρι πριν από δέκα χρόνια ο ηθοποιός ζούσε από τη δουλειά του. Προσωπικά έκανα παιδικό θέατρο και στο Εθνικό και με τον Ποταμίτη και βραδινό θέατρο και τα πράγματα πήγαιναν καλά. Τώρα στην Ελλάδα το θέατρο είναι χόμπυ και τα νέα παιδιά κάνουν λίγες παραστάσεις, 2-3 φορές την εβδομάδα κι αυτό ίσως μπερδεύει τους νέους ηθοποιούς και τους κάνει να τα βλέπουν όλα εύκολα. Ευτυχώς, η ομάδα μου, Θεατρίνων Θεατές συμπορεύεται μαζί μου όσον αφορά την προετοιμασία κάθε παράστασης και μάλιστα μόνο με ομάδες μπορούμε να προχωρήσουμε και να έχουμε αποτέλεσμα που δεν προδίδει τη σκέψη μας.

Προσωπικά λειτουργώ εγκεφαλικά, υπάρχει το συναίσθημα, αλλά θεωρώ ότι πρέπει να υπάρχει σαφές όραμα και χρονοδιάγραμμα κι όλα να είναι μέσα από τον απόλυτο έλεγχο. Το τυχαίο δεν υπάρχει, ούτε μπερδεύομαι από παρορμήσεις. Το θέατρο δεν είναι 20 μέρες πρόβα και μετά να ανεβάζεις μια παράσταση. Ωστόσο υπάρχουν παραστάσεις που πάντα έχουν κάτι να μου πουν και να μου δείξουν ότι τα πράγματα πάνε καλά στην Ελλάδα».

Έχει μέλλον το θέατρο στην Ελλάδα;

«Πρέπει να έχει! Το θέατρο γεννήθηκε στην Ελλάδα, υπάρχει πολυμορφία και ποικιλία παραστάσεων και το θέμα είναι να βρούμε τρόπο να προσελκύσουμε τον θεατή, διότι ο θεατής δεν πηγαίνει στο θέατρο και κάθε χρόνο χάνουμε θεατές. Πρέπει να  τον προσελκύσουμε λέγοντας ότι το ζωντανό είναι διαφορετικό και ότι κάθε παράσταση είναι διαφορετική, βλέπεις το δάκρυ του ηθοποιού να πέφτει στο μάγουλο και ακούς την αναπνοή του. Αν ο θεατής δεν πάει στο θέατρο τα χάνει όλα αυτά, χάνει την ποιότητα μιας παράστασης, την ταυτότητά της, τη δυνατότητα να γνωρίσει μικρούς κόσμους που κουβαλάνε ένα σύμπαν ολόκληρο, καθώς όλοι οι παράγοντες που συντελούν σε μια παράσταση κάθε φορά, κι όχι μια όπως στον κινηματογράφο, σου παρουσιάζουν τη δική τους αλήθεια.

Για να γίνει αυτό πρέπει να κάνουμε πιο συγκεκριμένες και ολοκληρωμένες προτάσεις. Οι προτάσεις στερούνται τη δύναμη να προσελκύσουν τον θεατή. Το κοινό κατευθύνεται βεβαίως, ίσως και από έντυπα που ενδεχομένως να ενεργούν υποκειμενικά και δεν προβάλλουν συγκεκριμένες παραστάσεις όπως πρέπει, αλλά αυτό συμβαίνει πάντα. Γι΄αυτό όμως οι παραστάσεις που μένουν είναι εκείνες που έχουν κάτι να πουν. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει κουτός θεατής, υπάρχει θεατής που παρασύρεται από έλλειψη ενημέρωσης, αλλά αν κρίνει και οσμιστεί αυτά που τον αφορούν θα τα βρει. Για παράδειγμα, επειδή μιλάω με το κοινό και με τα νέα παιδιά που έχουν φρέσκα μυαλά, μου λένε ότι του ενδιαφέρει και τους προσελκύει ο τίτλος, αλλά ίσως έτσι χάνεται η ουσία. Ο Έλληνας θα βλέπει πάντα θέατρο αν και, δυστυχώς, δεν είναι πρώτη προτεραιότητα».

Η πληθώρα των αθηναϊκών παραστάσεων προσφέρει κάτι σημαντικό στο θέατρο σήμερα;

«Υπάρχουν 450 παραστάσεις που παίζονται, νομίζω είναι ρεκόρ της τελευταίας δεκαετίας κι αυτό είναι καλό. Μέσα σε αυτές υπάρχουν και μικρές ομάδες που παλεύουν να πουν κάτι ιδιαίτερο κι αυτό είναι το καλό μέσα σε αυτή την πολυμορφία. Το κακό είναι ότι τουλάχιστον 250 παραστάσεις είναι παραστάσεις των δύο ημερών, όπως είπα. Αυτό είναι που αποπροσανατολίζει τον θεατή, ο οποίος νομίζει ότι αυτό είναι θέατρο, αλλά είναι μια προσπάθεια να γίνει μια performance».

Πώς ορίζετε το θέατρο;

«Άλλο θέατρο, άλλο performance. Δεν εννοώ παραστάσεις που παίζονται  δύο ή τρεις φορές την εβδομάδα, αλλά παραστάσεις που ανεβαίνουν για δύο ή τρεις μέρες. Ίσως θα έπρεπε να γίνει ένας διαχωρισμός, δηλαδή αφ΄ενός η επαγγελματική αμιγώς παράσταση που αφορά το θέατρο σε όλους τους τομείς, από το απόλυτα επαγγελματικό έως το ερασιτεχνικό και αφ΄ετέρου να υπάρχει ένας άλλος κύκλος ιδιαίτερος που να λέγεται π.χ. performance δύο ημερών, ένα μικρόφωνο κι ένας καλλιτέχνης που εκφράζει τα αισθήματά του κ.λπ. Αυτό όμως δεν είναι θέατρο∙ το θέατρο αφορά ένα συγκεκριμένο έργο, τη μελέτη και τον προσδιορισμό αυτού του κειμένου, αυτό είναι το θέατρο. Οπότε εκείνοι οι θεατές που δεν έχουν δει θέατρο και παρακολουθήσουν ένα performance θα αποπροσανατολιστούν».

Θα ξαναπαίξετε Pirandello;

«Ναι, βεβαίως, θα κάνω το Όπως με θέλεις, το οποίο είναι και το αγαπημένο μου του Pirandello. Επιθυμώ να το προσεγγίσω στο μέλλον, διότι μιλάει και πάλι για τις μάσκες, την προσπάθεια του ανθρώπου να υπάρξει μέσα από την πίεση του χρόνου, των καταστάσεων, της ιδιαίτερης δυναμικής του Pirandello, διότι και ο ίδιος ήταν ένας καταπιεσμένος άνθρωπος, όπως φαίνεται και σε όλα τα έργα του σχεδόν. Έτσι φαίνεται η προσπάθεια του ανθρώπου να δραπετεύσει και μου αρέσει και ο τίτλος που είναι ανάλογος με το αγαπημένο μου του Shakespeare το Όπως σας αρέσει. Αυτό  είναι από τα έργα που θέλω με πάθος να κάνω, όπως και η Γλυκιά Ίρμα, το καλύτερο, κατά την άποψή μου μιούζικαλ που έχει γραφτεί, ή τον Γλάρο του Checkov, που είναι το επόμενο κλασικό που σκοπεύω να προσεγγίσω. Κατάφερα, μάλιστα, να βρω και το πρωτόλειο που είχε γράψει ο Checkov και λεγόταν Μαγεμένη Λίμνη και αυτό θα ανεβάσω, το πρωτόλειο.

Ψάχνω, επεξεργάζομαι, πρέπει να είμαστε έτοιμοι για το επόμενο βήμα, να διαβάζουμε κείμενα και να ξέρουμε τι μας αφορά, να μην επαναπαυόμαστε, διότι όταν έχουμε στο μυαλό μας τα επόμενα βήματα, μπορούμε να δρομολογήσουμε το μέλλον, διότι μόνο μέσα από το καινούργιο προχωράμε!»

Τι σκέφτεστε όταν είστε σε μια παράσταση;

«Όνειρα για την επόμενη!»

 

Λία Τσεκούρα

Μουσικός,

Ανάδειξη και Παρουσίαση πολιτισμικών Δρώμενων




Σχολιάστε