Φυντανάκι, του Παντελή Χορν σε σκηνοθεσία Ευτυχίας Αργυροπούλου

Ψυχολογικές, βιωματικές και σκηνοθετικές προεκτάσεις του έργου Το Φυντανάκι, του Παντελή Χορν που παίχτηκε το καλοκαίρι στο θέατρο Χυτήριο.
Ο συγγραφέας Παντελής Χορν (1881 – 1941) υπήρξε θεατρικός συγγραφέας, αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού και πατέρας του Δημήτρη Χορν. Θεωρείται ένας από τους αξιολογότερους – πρωτοπόρος θα λέγαμε – δραματουργούς του νεοελληνικού θεάτρου του 20ου αιώνα και μαζί με τον Ξενόπουλο και τον Σπύρο Μελά θεωρούνται οι πιο σημαντικοί δραματουργοί μεταξύ 1900-1950.

Το «Φιντανάκι» γράφτηκε το 1921, όπου η Ελλάδα βρίσκεται λίγο πριν τη ματαίωση της Μεγάλης Ιδέας, βιώνει το δράμα του Εθνικού Διχασμού ενώ έχει στείλει τα παιδιά της σε έναν διαρκή πόλεμο που μέτραγε 10 χρόνια, αρχής γενομένης από τους Βαλκανικούς. Το θέμα του έργου στηρίζεται σε γεγονότα της εποχής με κυρίαρχο, ωστόσο, το διαχρονικό τρίγωνο «ηθική, χρήμα, έρωτας», που ταλαιπωρεί αιώνες τώρα την ανθρωπότητα.

Το έργο είναι μια μικρογραφία της ζωής στην Ελλάδα του 1921. Η αυλή του Χορν, όπου περιδινούνται οι ζωές αυτών των 7 προσώπων είναι ακριβώς το σκηνικό, το θέατρο της οικονομικής και κοινωνικής πραγματικότητας, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε όλη την Ευρώπη θα λέγαμε∙ ο Α’ Π.Π., έχει τελειώσει, η εκβιομηχάνιση προχωρά και προκύπτουν κοινωνικά και πολιτικά στοιχεία που αναδιοργανώνουν και την πολιτισμική πραγματικότητα.

Η Τούλα (Φυντανάκι – Αγγελική Παρδαλίδου ) φτωχή μοδίστρα και κόρη της Φρόσως της πλύστρας (Ευτυχία Αργυροπούλου) είναι ερωτευμένη με τον άνεργο, γόη Γιάγκο (Παναγιώτης Καρμάτης) και περιμένει το παιδί του.
Εκείνος, βάσει ιδιοτελών κινήτρων, ενδίδει στον έρωτα της όμορφης και προκλητικής Εύας (Αλίκη Ζαχαροπούλου), με σκοπό να βγει από τη δική του μιζέρια. Η κυρά-Κατίνα (Μαρία Αντουλινάκη), μια γυναίκα καπάτσα, ελαφρών ηθών που έχει μάθει να επιβιώνει σε κάθε κατάσταση βοηθά την Τούλα οικονομικά και πρακτικά να απαλλαγεί από την ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη και προσπαθεί να τη ρίξει στην αγκαλιά του εύπορου Γιαβρούση (Μάνος Γερωνυμάκης).

Ο πατέρας της Τούλας ο κυρ-Αντώνης (Κωνσταντίνος Νιάρχος), ένας καλοκάγαθος και έντιμος ταχυδρόμος, μαθαίνει την τραγική αλήθεια, καταχράται ένα ποσό για να ξεπληρώσει το χρέος στην Κατίνα και στο τέλος πεθαίνει, καθώς αδυνατεί να αντέξει το όνειδος και την κατακραυγή.

Το φιντανάκι ανήκει στον χώρο του κοινωνικού και ψυχολογικού δράματος∙ ο Χορν από τους πρώτους μεταφέρει επί σκηνής με ρεαλιστικό τρόπο σκηνές από την κοινωνία της εποχής και τις μεταλλάξεις που διαμόρφωσαν την νοοτροπία και τα ήθη στην Ελλάδα των αρχών του 20ου αιώνα. Έτσι, προβάλλει αριστοτεχνικά καίρια ζητήματα της αστικής ζωής του χρονικού παρόντος του έργου.

Το φιντανάκι αποτέλεσε το πρώτο και πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα της ηθογραφίας∙ φαινομενικά – σε ένα πρώτο επίπεδο – ο θεατής αντιλαμβάνεται μια επιφανειακή αναπαράσταση μιας πραγματικής εικόνας. Ωστόσο, πίσω από το πρώτο επίπεδο ο Χορν παρουσιάζει μια βαθιά ψυχογραφία των κινήτρων, του ήθους και των επιθυμιών που σφυρηλατούν και διαμορφώνουν τη δράση των προσώπων τους. Παράλληλα, ο συγγραφέας ακουμπά και αναδεικνύει με μια ανεπαίσθητη κριτική οπτική όλα εκείνα τα κοινωνικά στοιχεία που καταπιέζουν και ωθούν το άτομο σε παραβατικές ή μη ηθικές συμπεριφορές!

Το Φιντανάκι είναι μια «αθηναϊκή ηθογραφία», όχι με την αφελή έννοια της απλοϊκής καταγραφής της ζωής σε μια πλακιώτικη αυλή, αλλά με τη βαριά σημαντική έννοια που προσδίδει στην ηθογραφία ο Γεωργουσόπουλος, αναφέροντας ότι ηθογραφία είναι «…η καταγραφή και η περιγραφή ενός δοσμένου κοινωνικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο και εξ΄αιτίας των συνθηκών, των θεσμών, των παραδόσεων και των ιστορικών, κοινωνικών, οικονομικών διεργασιών διαμορφώνονται συνειδήσεις, συγκροτούνται τάξεις, δημιουργούνται χαρακτήρες και εξηγούνται συγκρούσεις, κίνητρα κι επιδιώξεις». Αυτό από μόνο του μας οδηγεί στον νατουραλισμό, ο οποίος περιγράφει επακριβώς το είδος του έργου.

Τα ελληνικά γράμματα του τέλους του 19ου αιώνα επηρεάστηκαν από τις φιλολογικές εξελίξεις της Γαλλίας, όπου από τα μέσα του αιώνα κυριαρχούσε το κίνημα του νατουραλισμού. Ο νατουραλισμός, προέκταση του ρεαλισμού σε πραγματιστική βάση αρχών, συνίστατο στην μιμητική αναπαράσταση του πραγματικού και την θεωρητικοποιημένη μελέτη του ανθρώπινου χαρακτήρα. Ευνοήθηκε δε, θεματικά και μεθοδολογικά από την Ευρωπαϊκή εκβιομηχάνιση που ξεσκέπασε τον κοινωνικό διπολισμό, την ανάπτυξη των φυσικών επιστημών, της επιστημονικής μεθοδολογίας και την εμφάνιση του Δαρβινισμού.

Η εφαρμογή των αρχών στον Ελληνικό χώρο οδήγησε στο συγκρητισμό ευρωπαϊκών και ελληνικών στοιχείων, προβάλλοντας τις εμπειρίες της ελληνικής αγροτικής ζωής, εφ΄ όσον στην Ελλάδα του τέλους του 19ου αιώνα δεν μπορούμε να μιλήσουμε για εκβιομηχάνιση.

Ο τίτλος – ΦΥΝΤΑΝΑΚΙ είναι σύντομος, λιτός, τρυφερός, αποπνέει μια ομορφιά που αποκόπτεται απότομα και τραγικά, λες και περιμένει κάποιος να κόψει, να σκοτώσει αυτό το φυντανάκι που μόλις έχει βλαστήσει. Εντούτοις, μετά την ανάγνωση, γίνεται αντιληπτό ότι ο τίτλος ολοκληρώνει την αφηγηματική ροή· είναι το νοηματικό κέντρο, που περιλαμβάνει όλη την εξελικτική πορεία και τις ηθικές συγκρούσεις του κεντρικού προσώπου.

Η σκηνοθετική παρέμβαση είναι τόσο διαυγής και σαφής που μας μεταφέρει αρνητικά συναισθήματα, αποτέλεσμα της ζωντανής, απογυμνωμένης από εξιδανικεύσεις, νατουραλιστικής περιγραφής. Στο νατουραλισμό, η μεθοδολογία και η θεματολογία, μαρτυρούν τη δύναμη πιστότητας του συγγραφέα. Η αφηγηματική μεθοδολογία του Χορν είναι σαφής, ευθεία, μονοσήμαντη, ενώ η χρήση της γλώσσας ταυτίζεται απόλυτα με την πραγματική πνευματική κατάσταση της εποχής και του τόπου.
Η δραματοποίηση μας επιτρέπει σαφή και άμεση αντίληψη των αληθινών βιωμάτων. Παράλληλα, η σκηνοθετική ματιά σέβεται το κείμενο και προβάλλει λιτά και με σαφήνεια τις συναισθηματικές συγκρούσεις, τα διλήμματα και τα πάθη, αντιμετωπίζοντας τους ήρωες ως ανθρώπους με πάθη, επιθυμίες, απογυμνωμένους από όμορφες και ψευδείς εξιδανικεύσεις. Καταγράφει αντικειμενικά τα γεγονότα, ενώ συγγραφέας και σκηνοθέτης συνεργάζονται και παρατηρούν, προβάλλοντας ευρηματικά ατομικούς στοχασμούς.

Η θεματική εστιάζεται στην προβολή πραγματικών φαινομένων, υπό συνθήκες – ακραίας ενίοτε – έντασης. Η σκηνοθεσία εμβαθύνει ενσωματώνοντας ψυχογραφικά στοιχεία, δημιουργώντας εντάσεις και αντιθέσεις με κορύφωση τη σύγκρουση Τούλας – Εύας – Φρόσως όπου και εμφανίζονται ολοκάθαρα οι ιδιοσυγκρασίες του κάθε χαρακτήρα, το βαθύτερο είναι και όχι μόνο οι προσδοκίες αλλά και οι επιλογές που καθορίζονται από τις συνθήκες.

Βάσει των νατουραλιστικών προτύπων, έχουμε το τρίπτυχο των χαρακτήρων της Εύας, του Γιάγκου και της κυρα-Κατίνας. Είναι χαρακτήρες ομώνυμοι! Αποτελούν ένα λανθάνον πρότυπο, μια λανθάνουσα νοσηρή παραβατικότητα που κυριαρχεί σε όλο το έργο και σαγηνεύει τα πρόσωπα αυτά, καθώς οι αντιδράσεις τους ξεκινούν από και καταλήγουν στο εγώ με ανεξέλεγκτες συνέπειες· οντολογικά εντάσσεται στη νέα θεώρηση περί ανθρώπινης υπόστασης, καθώς, συγκεντρώνει και αναπαράγει τα στοιχεία που ορίζουν τον νατουραλιστικό αντιήρωα του 19ου αιώνα, προϊόν των κοινωνικοπολιτικών μεταβολών και έρμαιο των προσωπικών ορμέμφυτων επιλογών.

Η μητέρα είναι ένας χαρακτήρας που έχει περάσει πολλά, είναι δυστυχής, ματαιωμένη και εγκλωβισμένη σε μια πραγματικότητα από την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει, γι΄αυτό μαίνεται εναντίον των άλλων, ιδιαίτερα του συζύγου – τον οποίο θεωρεί ανίκανο να ικανοποιήσει τις προσδοκίες της – ενώ δεν δείχνει καμία συγκίνηση για την Τούλα – δείγμα ανθρώπου που υποφέρει με έναν τρόπο προτεσταντικό – αφού εγώ επιβιώνω, μπορείτε κι εσείς, μια γυναίκα στερημένη από κάθε τρυφερότητα και ενσυναίσθηση.
Η Τούλα συμβολίζει εκείνον το μεγαλοϊδεατισμό που άφησε πίσω του ο ρομαντισμός του προηγούμενου αιώνα, τον οποίο αφήνει πίσω του κι ο Χορν – είναι η ματαίωση της μεγάλης ιδέας που πεθαίνει και σε πολιτικό επίπεδο αναδύεται ένας άλλος κόσμος, όπως τεκμαίρεται την ώρα που η Τούλα φεύγει με τον Γιαβρούση για μια καλύτερη ζωή, αφήνοντας πίσω προδομένους έρωτες, οδύνη, απελπισία.

Η Τούλα ετοιμάζεται να ζήσει μια άλλη ζωή – δεν έχει επιλογή – έχει χάσει ό,τι πιο αγαπημένο έχει, τον πατέρα της και φορτωμένη με τον θάνατο ενός εμβρύου σε μια προσπάθεια αναμεμειγμένη με αυτοκαταστροφικότητα και αυξημένο ένστικτο της επιβίωσης, ωριμάζει και κάνει τις επιλογές της. Ο πατέρας, άλλος ένας μικροαστός, εγκλωβισμένος στον μικρόκοσμό του – δεν αντέχει αυτό το βάρος της εξαχρείωσης και ραγίζει η καρδιά του.
Ο Γιαβρούσης, είναι η νέα τάξη πραγμάτων που ξεπροβάλλει σταδιακά, σιγα-σιγά, γι΄αυτό και σκηνοθετικά παραμένει στη σκιά της Κατίνας, διακριτικός, χωρίς υπερβολές, σαφής στις θέσεις του, σε αυτά που διαθέτει και που προσφέρει.

Παράλληλα, η σκηνοθετική ματιά μας τοποθετεί στην παρατήρηση του ελληνικού μικρόκομου, των ηθών, των αρχών και των παθών του. Έτσι ο θεατής μπορεί να ερμηνεύσει τις εκάστοτε συμπεριφορές, ενώ πράγματι η ψυχογράφηση ευνοήθηκε και από την εξέλιξη επιστημών, όπως της κοινωνιολογίας και της ψυχολογίας.
Η αυλή – ως ένας περίκλειστος κόσμος γεμάτος πάθη, αθλιότητα, μιζέρια, ανέχεια, αναλφαβητισμό, ανομολόγητες επιθυμίες ζωής και θανάτου – τελικά εγκλωβίζει τα 7 πρόσωπα, αποτελώντας τον νατουραλιστικό πυρήνα, το περιβάλλον όπου βάσει του ντετερμινισμού που διέπει τις αρχές του κινήματος, φύονται οι εκάστοτε ανθρώπινες θέσεις και αντιθέσεις, δράσεις και αντιδράσεις ευνοώντας την ανεξέλεγκτη έξαρση των παθών.

Η πλακιώτικη αυλή στο Φυντανάκι είναι το θεατρικό σανίδι της δράσης είναι ο χώρος ανάπτυξης της δράσης με τις εντάσεις, την πλοκή και την κορύφωση να γίνονται μέσα στην αυλή αποκλειστικά μέσα από τη δημιουργία των κατάλληλων συνθηκών που προσφέρει ο χώρος. Η αυλή παίζει ρόλο στη διαμόρφωση της υπόθεσης, στην εξέλιξη της πλοκής και στην εμφάνιση των δραματικών καταστάσεων.

Οι ήρωες είναι μικροαστοί∙ είναι οι περιθωριακοί εκείνοι τύποι ανθρώπων που κυριαρχούν στο νεοελληνικό θέατρο του 20ου αιώνα και αντιπροσωπεύουν τον μικροαστό, που αδυνατεί να ξεφύγει από την κοινωνική και προσωπική αφάνεια, οπότε επιλέγει, εκών – άκων, το περιθώριο.
Η αυλή, ως χωρικό πλαίσιο, αναδεικνύεται σε θεατρικό και ιδεολογικό σύμβολο του μικροαστού – είναι ο δικός του χώρος – σημαντικό έρεισμα του μικροαστικού θεάτρου, καθώς συμβολίζει, αναπαριστά και είναι εκείνος ο χώρος που προβάλλει ιδεολογικά με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την μικροαστική ιδεολογία και χαρακτηρολογία.


Η συνειδητοποίηση των δεδομένων από τον πατέρα αποτελεί την εγκυμονούσα στιγμή, όπου γεννάται ένα προτετελεσμένο τέλος, αλλά ακριβώς επειδή ο πατέρας είναι πατέρας στρέφει την επιθετικότητα στον εαυτό του· στο μυαλό του συγχέονται ζητήματα τιμής, προσβολής του εγώ, κοινωνικής κατακραυγής, συντρίβοντας το προσωπικό αξιακό πρότυπό του. Ο διάλογος είναι ακριβής, πλούσιος σε αντιφατικά συναισθήματα κι απόκρυφες εντάσεις. Η γλώσσα ταυτίζεται απόλυτα με το χώρο δράσης και το πνευματικό επίπεδο των προσώπων, κάνοντας αμεσότερη την επίδραση στον θεατή.

Τέλος, η πάλη των ηρώων και η αναμενόμενη έκβαση, καταδεικνύουν την ανευθυνότητα που ευαγγελίζονταν οι νατουραλιστές, καθώς οι ενέργειες των ηρώων ελέγχονται από κοινωνικές επιταγές και από το περιβάλλον· εξαρτάται ωστόσο από τα πάθη όπως αυτά προβάλλονται κατά τη δεδομένη στιγμή της δυσχέρειας και πίεσης.
Πράγματι, η φαινομενικά απλοϊκή καθημερινότητα των ηρώων μας δίνει μια φωτογραφία εκείνης της εποχής, της λαϊκότητας, της μιζέριας, της γραφικής γειτονιάς με τα κουτσομπολιά, την υποκριτική έννοια του ονείδους (τι θα πει ο κόσμος). Ωστόσο, ο Χορν συγγράφει ένα έργο βαθιά ρεαλιστικό, τονίζοντας, παρατηρώντας από μακριά – αλλά στην ουσία καυτηριάζοντας διακριτικά – όλη εκείνη την ανθρώπινη τάση για εκμετάλλευση του πλησίον, του ανίσχυρου, τη κτηνώδη φύση που διψά για να επιβιώσει και δε διστάζει ακόμη και να σκοτώσει, είτε κυριολεκτικά, είτε ψυχολογικά.
Ο Χορν δημιουργεί ένα έργο στον αντίποδα ενός στείρου μελοδραματισμού, αντιδρώντας στον ρομαντισμό που αναδημιουργεί, ωραιοποιεί την πραγματικότητα, πιθανόν και να την εκφυλίζει! Ο Χορν φωτογραφίζει τη μιζέρια και προδιαγράφει το τέλος το οποίο δίδεται από αυτό το περιβάλλον και τις συνθήκες που φύονται μέσα σε αυτό σε συνδυασμό με τους παράγοντες που προαναφέραμε (κληρονομικότητα κ.λπ.).

Η Ευτυχία Αργυροπούλου σκηνοθέτησε με σεβασμό το έργο, προβάλλοντας τα καίρια στοιχεία του εκάστοτε νοηματικού κέντρου, ενώ οι ηθοποιοί μας βοήθησαν με την άρτια ερμηνεία να μπούμε κι εμείς για λίγο μέσα στην περίκλειστη αυλή και να βιώσουμε από κοντά πάθη, πόνο, απόγνωση, ματαίωση, θάνατο.

Λία Τσεκούρα,
Κριτική αναλύτρια θεατρικών
και μουσικών παραστάσεων.




Σχολιάστε