Στην αγκαλιά της Παναγιάς της Πουλαριανής

Άρθρο του Αντιδημάρχου Παιδιού του Δήμου Αγίας Βαρβάρας Δημήτρη Σωτηρόπουλου

Εις μνήμην του φίλου μου Μανώλη

Κάπου 25 χρόνια πριν, έναν Αύγουστο, γνώρισα έναν άνθρωπο κοντά στα 60 παράξενο και λιγομίλητο. «Ο καλύτερος ψαράς της Αστροπαλιάς» έλεγαν οι ντόπιοι, «αλλά για να σε πάρει μαζί του ούτε κουβέντα. Ο Μανώλης ο Καψής αγαπάει το καΐκι του και τη μοναξιά του. Δεν καλάρει μ’άλλον κανέναν άλλωστε φοβάται μην μαρτυρήσουν τις τραγάνες του», έλεγαν όλοι. Δεν είχαν υπολογίσει όμως τη ξεροκεφαλιά μου. Κάθε πρωί και απόγευμα, πήγαινα στην Πλάκα που ήταν το καΐκι, για να του δένω και να του λύνω τους κάβους, ώσπου μια ημέρα, μου είπε: «μορφονιέ αύριο το απόγευμα θα σε πάρω μαζί» και η περιπέτεια ξεκίνησε! Την πρώτη ημέρα άψητος καθώς ήμουν, έτρεμα και με το ζόρι κρατιόμουν να μη φωνάξω, καθώς η λαγουδέρα με τραβούσε μια δεξιά και μια αριστερά, κάνοντας το μικρό καΐκι να πηγαίνει σαν μεθυσμένο. Ρίξαμε τα δίχτυα και τα παραγάδια κάπου κοντά στην Ποντικούσα και αργά το βράδυ βρήκαμε απάγγιο στις Βάτσες.

Άπλωσε ο καπετάνιος λίγο παξιμάδι πλασμένο με πικρά βοτάνια, έκοψε μια ντομάτα που ακόμα έχω τη γλύκα της στα χείλη μου, λίγο τυρί και λίγο κρασί. Με τη τρίτη γουλιά έπεσα ξερός και κοιμήθηκα στο μικρό αμπάρι, σκεπασμένος με μια νιτσεράδα. Πριν το χάραμα, σηκώσαμε τα δίχτυα γεμάτα ψάρια. Ο καπεταν –Μανώλης χαμογελώντας κάτω από το μουστάκι του, ψέλλισε: “το βγάλαμε το μεροκάματο”. Με κόπο ανταποκρινόμουν στις προσταγές του εκείνη την ημέρα. Κοντά στο μεσημέρι όταν επιτέλους πατήσαμε στο νησί, ήμουν βέβαιος ότι θα με ξαποστείλει. Με πήρε όμως ξανά μαζί και την άλλη και την παράλλη. «Ήμουν τυχερός» έλεγε. Και πηγαινοερχόμουν έτσι στην Αστροπαλιά για 2-3 καλοκαίρια. Τα χέρια μου σκλήρυναν κοντά του, η ψυχή μου όμως αγαλλίαζε. Σα γιο του μ’είχε. Εγώ πάλι τον έβλεπα σα κούρδισμα παλιάς πενιάς. Κοίταζα να τρυγήσω απ’ τη σοφία του όσα μπορούσα. «Πώς ήταν η ζωή σου μέχρις εδώ;» τον ρώτησα μια νύχτα, καταμεσίς στο πέλαγο. «Κάποτε ονειρευόμουν και εγώ να γίνω καπετάνιος». «Κύμα και φωτιά», απάντησε γλυκόπικρα κοιτώντας τον ουρανό. Όταν ήθελε να με πειράξει, με ρωτούσε «πού είναι ο πολικός αστέρας» και εγώ άπειρος στεριανός, του έδειχνα την τραμουντάνα τ΄ αστέρι πάνω από τα βουνά, τ΄αστέρι του βοριά. Άλλες φορές πάλι, με συμβούλευε σα στοργικός πατέρας. «Θέλει ρέγουλο η ζωή για να την κουμαντάρεις. Σαν το καράβι. Πότε θα πας κόντρα στη θάλασσα και πότε με τα νερά της αν θες να βρεις στεριά και θυμήσου, η κυρά που θα σταθεί πλάι σου είναι ευλογημένη. Κι έτσι να φερθείς σε κείνη και στα παιδιά σας». Υπήρχαν νύχτες που καθόμασταν και κοιτάζαμε αμίλητοι με τις ώρες τον κεντημένο ουρανό. Ίσως αυτές οι σιωπές είναι αληθινή φιλία. Να μη χρειάζεται να μιλάς.

«Ποιο είναι το νόημα της ζωής;» τον ρώτησα μια φορά την ώρα που καθαρίζαμε τα δίχτυα . «Να κάνεις το καλό,και να’χεις μπέσα. Μονάχα αυτό μετράει». Μια βραδιά που ‘χε όρεξη μου διηγήθηκε πώς γλύτωσε από τρία ναυάγια . «Φοβάσαι το θάνατο καπετάν -Μανώλη;» Τόλμησα να ρωτήσω. «Το μόνο φοβάμαι είναι το γλυκό νερό» απάντησε. Το τελευταίο καλοκαίρι έμπλεξα με παρέες κι άργησα να πάω στο νησί. Έφτασα στο νησί αμέσως μετά της Παναγίας. Νέος ήμουν βλέπεις, έβραζε το αίμα μου. Είχα όμως σκοπό να μείνω για πολύ, ποιος ξέρει, ίσως και για πάντα. Είχαμε βάλει κάτω ένα σωρό σχέδια. Ψάρεμα το χειμώνα, ένα καϊκάκι να μεταφέρει για μπάνιο τουρίστες στις Κούνουπες το καλοκαίρι. Στο λιμάνι με περίμενε η αγαπημένη του η Μάρθα. » Δημήτρη τον χάσαμε τον Μανώλη προχθές στον Πάνορμο» μου είπε βουρκωμένη. «Δε γύρισε πίσω…..» . Ταράχτηκα. Δυο μέρες κάθισα και μετά γύρισα Αθήνα. Για μήνες δε το χώραγε ο νους μου.

Ένιωθα ότι πρόδωσα τη φιλία μας. Δεν ήμουν εκεί όταν με χρειάστηκε για να τον βοηθήσω. Και τώρα τόσα χρόνια μετά, κάθε της Παναγίας κατηγορώ ακόμα τον εαυτό μου που άργησε να πάει να τον βρει. Δεν πρόλαβα και να τον χαιρετίσω. Παρηγοριέμαι όμως που έφυγε όπως ήθελε, στην αγκαλιά της θάλασσας που λάτρευε. Αγαπημένε μου φίλε, κάλαρε το παραγάδι σου στου παραδείσου τα νερά και μη με σκατζάρεις μ’ άλλον. Έχεις το λόγο μου, μια μέρα σε άλλες θάλασσες θα ανταμωθούμε ξανά!




Σχολιάστε