Η διπλωματική νίκη της Κύπρου και η ευκαιρία για Αθήνα και Λευκωσία

της Ρεβέκκας  Γ. Παιδή

Η Κυπριακή Δημοκρατία πέτυχε μία ακόμη διπλωματική νίκη έναντι της Τουρκίας. Το Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων της ΕΕ αποφάσισε τη λήψη μέτρων εναντίον της Τουρκίας, μετά τις παράνομες ενέργειες της τελευταίας εντός της κυπριακής ΑΟΖ. Σε ένδειξη αλληλεγγύης προς την Κύπρο αλλά και σεβασμού του Διεθνούς Δικαίου οι Yπουργοί Eξωτερικών των κρατών μελών της Ένωσης αποφάσισαν την περικοπή των κονδυλίων προενταξιακής βοήθειας προς την Τουρκία, το πάγωμα της αεροπορικής συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας, την ακύρωση μιας σειράς συναντήσεων και διαλόγων υψηλού επιπέδου ΕΕ-Τουρκίας, ενώ πρότειναν στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων την αναθεώρηση της επενδυτικής της πολιτικής στην Τουρκία. Τι σημαίνει όμως αυτή η απόφαση του Συμβουλίου και γιατί είναι σημαντική;

Είναι η πρώτη φορά που η ΕΕ παίρνει μια τέτοια απόφαση. Πολλές φορές στο παρελθόν, ακόμη και μετά τις κατάφωρες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία και παρά τα καλέσματα του Ευρωκοινοβουλίου, το Συμβούλιο, η Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης δεν δίσταζαν να επικρίνουν την Τουρκία, αλλά απέρριπταν την έμπρακτη σκλήρυνση της στάσης της ΕΕ. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην Παγκόσμια Στρατηγική της ΕΕ που δημοσιοποιήθηκε το 2016 οι αναφορές στην Τουρκία και τις κοινές της αξίες και συμφέροντα με την ΕΕ, μοιάζουν να έρχονται από το μακρινό παρελθόν και όχι να αντικατοπτρίζουν την αυταρχική και επιθετική Τουρκία όπως την ξέρουμε σήμερα. Ούτε στις ετήσιες αξιολογήσεις της Στρατηγικής γίνεται αναφορά για τις αλλαγές στην Τουρκία και τις ευρωτουρκικές σχέσεις, ενώ για παράδειγμα αναφέρονται οι δυσκολίες στις σχέσεις ΕΕ και ΗΠΑ. Η Τουρκία και ο Ερντογάν έμοιαζαν πάντα να αποτελούν την “ ιερή αγελάδα” της EE, ιδιαιτέρως μετά την προσφυγική κρίση και τη Συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας για το προσφυγικό. Σε αυτή την περίπτωση η ΕΕ “ έκλεισε τα μάτια της” όχι μόνο μπροστά στην εργαλειοποίηση των προσφύγων, αλλά και στην παραβίαση των ίδιων των δικών της αρχών και αξιών.

Η απόφαση της περασμένης Δευτέρας αποδεικνύει ότι Κύπρος δεν είναι μόνη της. Δικαιώνεται η επιλογή της να ενταχθεί στην ΕΕ για την ασφάλειά της. Η ανακοίνωση της Τουρκίας μετά τη δημοσιοποίηση των συμπερασμάτων ότι «αυτές οι αποφάσεις είναι το τελευταίο παράδειγμα του πως το δίδυμο Ε/Κ-Ελλάδα εκμεταλλεύονται την ένταξή τους στην ΕΕ προς όφελος των δικών τους μαξιμαλιστικών θέσεων και πως οι άλλες χώρες της ΕΕ έχουν γίνει εργαλείο τους» επιβεβαιώνει πλήρως την επιτυχία της Κύπρου. Αν και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ως προς το ότι τα υπόλοιπα κράτη μέλη έχουν γίνει εργαλεία της Ελλάδας και της Κύπρου, αντικατοπτρίζει το διπλωματικό κέρδος των δύο κρατών σε ένα πλαίσιο 28 κρατών μελών όπου κάθε ένα έχει τα δικά του συμφέροντα και η ομοφωνία είναι δύσκολο να επιτευχθεί. Η Κύπρος δρέπει τους καρπούς της στρατηγικής αναβάθμισης της θέσης της στην περιοχή και προκαλεί άγχος στην Τουρκία για τη δική της θέση στην ανατολική Μεσόγειο.

Πέρα από τα υπόλοιπα, η απόφαση του Συμβουλίου συνιστά κέρδος για την Κύπρο γιατί συμβάλλει στην ενημέρωση και την ευαισθητοποίηση των Ευρωπαίων πολιτών. Έχω συναντήσει σε διεθνή συνέδρια και fora Ευρωπαίους ακαδημαϊκούς καθώς και στελέχη ενόπλων δυνάμεων από σύμμαχες χώρες που μιλούν για αμφισβητούμενη περιοχή στην Κύπρο, μέχρι να τους επισημάνεις ότι πρόκειται για κατεχόμενη περιοχή και ότι η παράνομη κατοχή και εισβολή έχει αναγνωριστεί από τις ίδιες τους τις χώρες στον ΟΗΕ. Στη συντριπτική πλειοψηφία αυτών των περιπτώσεων οι συνομιλητές μου δεν είχαν ανθελληνικά αισθήματα, κάθε άλλο θα έλεγα. Είχαν όμως ελλιπή ενημέρωση και ήταν θύματα της τουρκικής προπαγάνδας. Έτσι η επιβολή κυρώσεων από την ΕΕ πλήττει το τουρκικό αφήγημα και ενισχύει την αναγνώριση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κύπρου και τη θέση της.

Το ερώτημα είναι εάν οι κυρώσεις είναι αποτελεσματικές. Δεν υπάρχει ένας γενικός κανόνας και η αποτελεσματικότητα των κυρώσεων κρίνεται κατά περίπτωση, ενώ η διεθνής βιβλιογραφία αμφισβητεί ολοένα και πιο συχνά το τελευταίο διάστημα την πιθανότητα επιτυχίας τους. Η περίπτωση της Ουκρανίας με τις κυρώσεις της Δύσης στη Ρωσία αποτελεί ένα χαρακτηριστικό πρόσφατο παράδειγμα. Σε ό,τι αφορά την Τουρκία ήδη γνωρίζουμε ότι παραμένει άκαμπτη. Είναι μάλλον βέβαιο ότι και οι Υπουργοί στο Συμβούλιο μπορούσαν να προβλέψουν αυτή τη στάση. Για αυτό και η επιβολή κυρώσεων έχει σταδιακό χαρακτήρα από τα πιο ήπια προς τα σκληρότερα μέτρα. Η ΕΕ αναμένεται να επιβάλει και νέα δέσμη κυρώσεων και η πίεση θα αυξηθεί. Σε κάθε περίπτωση, η έκταση των κυρώσεων δεν μπορεί παρά να είναι στοχευμένη και περιορισμένη. Φαίνεται όμως ότι οι Ευρωπαϊκές δεν θα είναι οι μόνες κυρώσεις που θα έχει να αντιμετωπίσει η Τουρκία μετά την αγορά των S-400. Ακόμη και εάν δεν υπάρχει ένα κοινό μέτωπο από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού ενάντια στις παράνομες ενέργειες της Τουρκίας, θα υπάρξει πίεση την ίδια περίοδο. Είναι η πρώτη φορά που Κύπρος και Ελλάδα έχουν εμφανείς και ισχυρούς συμπαραστάτες απέναντι στην επιθετικότητα της αυταρχικής Τουρκίας. Αυτή η συγκυρία πρέπει να αξιοποιηθεί με ενότητα, συνεννόηση και στρατηγικό σχεδιασμό από την Αθήνα και τη Λευκωσία.

* Η Ρεβέκκα Γ. Παιδή είναι επίκουρη καθηγήτρια Διεθνών Σχέσεων στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας




Σχολιάστε